72 αποτελέσματα για «話»
話を切り出す はなしをきりだす
άλλο, ρήμα
- 01 ανοίγω συζήτηση, θίγω ένα θέμα, εισάγω ένα ζήτημα
話は早い はなしははやい
άλλο, επίθετο
- 01 γρήγορη διευθέτηση, άμεση επίτευξη συμπεράσματος, δεν χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση, κανένα πρόβλημα
話題を振る わだいをふる
άλλο, ρήμα
- 01 ανοίγω μια συζήτηση, εισάγω ένα θέμα
話術 わじゅつ
ουσιαστικό
- 01 τέχνη της συνομιλίας
話に乗る はなしにのる
άλλο, ρήμα
- 01 δείχνω ενδιαφέρον για μια πρόταση, αποδέχομαι μια προσφορά, αρπάζω την ευκαιρία
話が合う はなしがあう
άλλο, ρήμα
- 01 συμφωνώ, είμαι στο ίδιο μήκος κύματος, συνεννοούμαι
話の腰を折る はなしのこしをおる
άλλο, ρήμα
- 01 διακόπτω τον ειρμό της συζήτησης, παρεμβαίνω, διακόπτω κάποιον
話半分 はなしはんぶん
ουσιαστικό
- 01 αντιμετωπίζω μια ιστορία με επιφύλαξη, κρατώ μόνο το μισό μιας ιστορίας
話を遮る はなしをさえぎる
άλλο, ρήμα
- 01 διακόπτω κάποιον που μιλάει
話が見えない はなしがみえない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν καταλαβαίνω τι εννοεί κάποιος, δεν καταλαβαίνω για τι γίνεται λόγος
話をそらす はなしをそらす
άλλο, ρήμα
- 01 αλλάζω θέμα συζήτησης (π.χ. απομακρύνοντας τη συζήτηση από κάτι άβολο ή δυσάρεστο)
話がわかる はなしがわかる
άλλο, ρήμα
- 01 προσγειωμένος, λογικός, ικανός να συνεννοηθεί
話が飛ぶ はなしがとぶ
άλλο, ρήμα
- 01 αλλάζω θέμα συζήτησης, βγαίνω εκτός θέματος
話題性 わだいせい
ουσιαστικό
- 01 ειδησεογραφικό ενδιαφέρον, επίκαιρος χαρακτήρας, δημοφιλία (ενός θέματος, ζητήματος κ.λπ.)
話に花を咲かせる はなしにはなをさかせる
άλλο, ρήμα
- 01 συζητώ με ενθουσιασμό, κάνω μια ζωντανή συζήτηση
話のわかる はなしのわかる
άλλο
- 01 προσγειωμένος, λογικός
話の先 はなしのさき
ουσιαστικό
- 01 συνέχεια μιας ιστορίας
話を付ける はなしをつける
άλλο, ρήμα
- 01 διαπραγματεύομαι, διευθετώ ένα ζήτημα, τακτοποιώ
話がうまい はなしがうまい
άλλο, επίθετο
- 01 χαρισματικός αφηγητής, καλός στο να λέει ιστορίες (αστείες), ευφραδής
話を盛る はなしをもる
άλλο, ρήμα
- 01 υπερβάλλω