102 αποτελέσματα για «負»

負けじと まけじと

επίρρημα

  1. 01 ακάθεκτα, ατρόμητα, αποφασιστικά, με πείσμα
負け戦 まけいくさ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμένη μάχη
  2. 02 μάχη από την οποία είναι αδύνατον να βγει κανείς νικητής, μάχη προδικασμένης ήττας
負け組 まけぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 οι χαμένοι (της κοινωνίας)
負傷兵 ふしょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 τραυματισμένος στρατιώτης
負け犬の遠吠え まけいぬのとおぼえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κακολογία από δειλό, γκρίνια ενός ηττημένου, το μακρινό γάβγισμα ενός σκύλου που υποχωρεί
負けないぐらい まけないぐらい

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όσο περισσότερο γίνεται, αξεπέραστα, ανυπέρβλητα
負ぶう おぶう

ρήμα

  1. 01 κουβαλώ (παιδί) στην πλάτη, παίρνω κάποιον «καβάλα»
  2. 02 αναλαμβάνω (μια δουλειά, ευθύνη, κ.λπ.)
負け知らず まけしらず

ουσιαστικό

  1. 01 αήττητος, ανίκητος
負け越す まけこす

ρήμα

  1. 01 έχω περισσότερες ήττες από νίκες, υπολείπομαι έναντι αντιπάλου (π.χ. κατά δύο παιχνίδια), είμαι πίσω (σε νίκες), έχω αρνητικό ρεκόρ
負のスパイラル ふのスパイラル

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καθοδική σπείρα, αρνητική σπείρα, φαύλος κύκλος
負ぶさる おぶさる

ρήμα

  1. 01 ιππεύω στους ώμους κάποιου, μεταφέρομαι στην πλάτη κάποιου
  2. 02 στηρίζομαι σε κάποιον, βασίζομαι σε κάποιον
負担軽減 ふたんけいげん

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση βάρους, ελάφρυνση ενός φορτίου
負けっぷり まけっぷり

ουσιαστικό

  1. 01 ο τρόπος με τον οποίο κάποιος χάνει (στάση κατά την ήττα)
負けん気 まけんき

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστικό πνεύμα, διάθεση για άμιλλα, πείσμα για να μην χάνεις
負け越し まけこし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που έχει περισσότερες ήττες παρά νίκες
負担額 ふたんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό προς καταβολή, το μερίδιο κάποιου (σε έξοδα)
負担金 ふたんきん

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό που επιβαρύνει κάποιον, μερίδιο δαπανών
負けるが勝ち まけるがかち

άλλο

  1. 01 όποιος υποχωρεί για να αποφύγει τη μάχη ζει για να πολεμήσει άλλη μέρα, μερικές φορές πρέπει να χάσεις για να κερδίσεις, η ήττα είναι νίκη
負けじ魂 まけじだましい

ουσιαστικό

  1. 01 ακατάβλητο πνεύμα, αδάμαστη ψυχή
負債総額 ふさいそうがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό ποσό χρέους