43 αποτελέσματα για «責»
責任能力 せきにんのうりょく
ουσιαστικό
- 01 νομική ικανότητα, ποινική ευθύνη, ικανότητα εκπλήρωσης των ευθυνών κάποιου, πλήρης καταλογισμός
責任回避 せきにんかいひ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποφυγή ευθύνης, υπεκφυγή (των καθηκόντων κάποιου)
責任を逃れる せきにんをのがれる
άλλο, ρήμα
- 01 αποφεύγω την ευθύνη μου
責任を担う せきにんをになう
άλλο, ρήμα
- 01 αναλαμβάνω την ευθύνη
責を果たす せきをはたす
άλλο, ρήμα
- 01 εκπληρώνω την ευθύνη μου
責任範囲 せきにんはんい
ουσιαστικό
- 01 περιοχή ευθύνης, αρμοδιότητα
責め道具 せめどうぐ
ουσιαστικό
- 01 όργανα βασανιστηρίων
責め具 せめぐ
ουσιαστικό
- 01 όργανο βασανιστηρίων
責任分担 せきにんぶんたん
ουσιαστικό
- 01 καταμερισμός ευθυνών
責任体制 せきにんたいせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ανάληψης ευθύνης, ανάληψη ευθύνης
責め落とす せめおとす
ρήμα
- 01 πιέζω κάποιον να κάνει κάτι
- 02 εξαναγκάζω σε ομολογία
責了 せきりょう
άλλο
- 01 εναπόθεση των εναπομεινασών διορθώσεων στον τυπογράφο μετά την ολοκλήρωση της επιμέλειας κειμένου, έγκριση για τις διορθώσεις
責任著者 せきにんちょしゃ
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος συγγραφέας
責め付ける せめつける
ρήμα
- 01 κατακλύζω κάποιον με κατηγορίες
責任を避ける せきにんをさける
άλλο, ρήμα
- 01 αποφεύγω μια ευθύνη
責付く せっつく
ρήμα
- 01 πιέζω κάποιον να κάνει κάτι (π.χ. να αγοράσει κάτι), πολιορκώ κάποιον με πιεστικές ερωτήσεις
責任を持って せきにんをもって
άλλο, επίρρημα
- 01 υπεύθυνα, σωστά, ορθά
責任追跡 せきにんついせき
ουσιαστικό
- 01 λογοδοσία, υπευθυνότητα
責任校了 せきにんこうりょう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αναθέτω τις υπόλοιπες διορθώσεις στο τυπογραφείο μετά την ολοκλήρωση της επιμέλειας κειμένου, έγκριση για διορθώσεις
責任保険 せきにんほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλεια αστικής ευθύνης