26 αποτελέσματα για «賛»

賛助会員 さんじょかいいん

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτικό μέλος
賛助員 さんじょいん

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής, αρωγός
賛する さんする

ρήμα

  1. 01 εγκρίνω, συμφωνώ, συναινώ, επικυρώνω, υποστηρίζω, στηρίζω
  2. 02 επιγράφω
  3. 03 επαινώ, εγκωμιάζω
賛否同票 さんぴどうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ισοψηφία, ίσος αριθμός ψήφων υπέρ και κατά
賛辞を贈る さんじをおくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδίδω φόρο τιμής, απευθύνω κομπλιμέντο, επαινώ
  1. 01 εγκρίνω
  2. 02 επαινώ
  3. 03 τίτλος, επιγραφή σε εικόνα
  4. 04 βοηθώ
  5. 05 συμφωνώ με