199 αποτελέσματα για «足»
足を向ける あしをむける
άλλο, ρήμα
- 01 κατευθύνομαι προς, στρέφω τα βήματά μου προς
足の裏 あしのうら
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πέλμα
足掻く あがく
ρήμα
- 01 σκάβω το έδαφος με τα πόδια
- 02 σπαρταρώ, παλεύω με χέρια και πόδια, κουνιέμαι ακατάστατα
- 03 παλεύω απεγνωσμένα, προσπαθώ να ξεφύγω από δύσκολη κατάσταση, καταβάλλω κάθε προσπάθεια
足を組む あしをくむ
άλλο, ρήμα
- 01 σταυρώνω τα πόδια μου
足先 あしさき
ουσιαστικό
- 01 το τμήμα του ποδιού από τον αστράγαλο έως τις άκρες των δακτύλων
足踏み あしぶみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιτόπιο βάδισμα, ποδοπάτημα, χτύπημα των ποδιών στο έδαφος, επιτόπιος βηματισμός (για στρατιώτες)
- 02 στασιμότητα, αδιέξοδο
足腰 あしこし
ουσιαστικό
- 01 πόδια και μέση, κάτω μέρος του σώματος
- 02 θεμέλια, βάσεις
足を取られる あしをとられる
άλλο, ρήμα
- 01 σκοντάφτω
- 02 μεθώ τόσο πολύ που δεν μπορώ να σταθώ όρθιος
足を滑らせる あしをすべらせる
άλλο, ρήμα
- 01 γλιστρώ, χάνω την ισορροπία μου
足音を立てる あしおとをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 παράγω θόρυβο κατά το βάδισμα, περπατώ με θόρυβο
足を伸ばす あしをのばす
άλλο, ρήμα
- 01 τεντώνω τα πόδια μου (για ξεκούραση)
- 02 προχωρώ λίγο παραπέρα, κάνω μια μεγαλύτερη διαδρομή
足を引きずる あしをひきずる
άλλο, ρήμα
- 01 κουτσαίνω, σέρνω τα πόδια μου
足元を見る あしもとをみる
άλλο, ρήμα
- 01 εκμεταλλεύομαι (π.χ. μια ευάλωτη κατάσταση), αξιολογώ (π.χ. έναν πελάτη όταν ορίζω υψηλή τιμή)
足を速める あしをはやめる
άλλο, ρήμα
- 01 επιταχύνω το βήμα μου
足がかり あしがかり
ουσιαστικό
- 01 πάτημα, στήριγμα, έρεισμα, σκαλοπάτι
足の指 あしのゆび
άλλο, ουσιαστικό
- 01 δάχτυλο ποδιού
足裏 あしうら
ουσιαστικό
- 01 πέλμα
足がつく あしがつく
άλλο, ρήμα
- 01 εντοπίζομαι (για εγκληματία), παρακολουθούμαι
- 02 διατηρώ εραστή (για γυναίκα)
足蹴にする あしげにする
άλλο, ρήμα
- 01 κλωτσώ
- 02 κακομεταχειρίζομαι κάποιον, καταπατώ την αξιοπρέπεια κάποιου
足を洗う あしをあらう
άλλο, ρήμα
- 01 εγκαταλείπω (παράνομη δραστηριότητα), αποστασιοποιούμαι από, διακόπτω τους δεσμούς με, γυρίζω σελίδα, γίνομαι έντιμος
- 02 πλένω τα πόδια μου