256 αποτελέσματα για «軍»

軍医 ぐんい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικός ιατρός ή χειρουργός
軍事行動 ぐんじこうどう

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικές μετακινήσεις, στρατιωτικές ενέργειες, στρατιωτικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές εκστρατείες
軍属 ぐんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικός υπάλληλος στην υπηρεσία των ενόπλων δυνάμεων
軍手 ぐんて

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβακερά γάντια, γάντια εργασίας
軍配が上がる ぐんばいがあがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναδεικνύομαι νικητής σε αγώνα με το σήκωμα της βεντάλιας του διαιτητή
  2. 02 ανακηρύσσομαι νικητής
軍旗 ぐんき

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμική σημαία, λάβαρο, (συνταγματικό) έμβλημα, σημαία μονάδας
軍靴 ぐんか

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικά υποδήματα, αρβύλες
軍船 ぐんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικό πλοίο (κίνησης με ανέμους ή ανθρώπινη δύναμη)
軍配 ぐんばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βεντάλια πολέμου σε σχήμα κολοκύθας
  2. 02 βεντάλια διαιτητή
  3. 03 στρατήγημα, τακτική
軍規 ぐんき

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτική πειθαρχία
  2. 02 στρατιωτικοί κανονισμοί, στρατιωτικοί κανόνες
軍装 ぐんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτικός εξοπλισμός, πολεμική αμφίεση, στολή μάχης, προετοιμασία για πόλεμο
  2. 02 φορώ στολή μάχης
軍団長 ぐんだんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής σώματος στρατού
軍需 ぐんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμοφόδια, στρατιωτικά εφόδια
軍事機密 ぐんじきみつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικό απόρρητο
軍法会議 ぐんぽうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατοδικείο
軍略 ぐんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική, τακτική
軍事施設 ぐんじしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικές εγκαταστάσεις
軍閥 ぐんばつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτική κλίκα, στρατιωτική παράταξη
軍門に下る ぐんもんにくだる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνθηκολογώ, παραδίδομαι, υποτάσσομαι, υποχωρώ
軍兵 ぐんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλες δυνάμεις, στρατεύματα μάχης