ぐんもんくだ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθηκολογώ, παραδίδομαι, υποτάσσομαι, υποχωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
軍門に下る
Παρόν (ευγενικό)
軍門に下ります
Άρνηση (απλή)
軍門に下らない
Άρνηση (ευγενική)
軍門に下りません
Παρελθόν (απλό)
軍門に下った
Παρελθόν (ευγενικό)
軍門に下りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
軍門に下らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
軍門に下りませんでした
Τε-μορφή
軍門に下って
Δυνητική
軍門に下れる
Προστακτική
軍門に下れ
Βουλητική
軍門に下ろう
Υποθετική (ば)
軍門に下れば