36 αποτελέσματα για «逸»

逸史 いっし

ουσιαστικό

  1. 01 ανέκδοτη ιστορία
いち

πρόθημα

  1. 01 εξαιρετικός, υπέροχος
逸書 いっしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμένο βιβλίο
逸れ矢 それや

ουσιαστικό

  1. 01 αδέσποτο βέλος
逸機 いっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χάνω μια ευκαιρία
逸球 いっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαμένη μπάλα (από λάθος υποδοχή)
逸聞 いつぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι ανήκουστο
逸を以て労を待つ いつをもってろうをまつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναμένω τον εχθρό ξεκούραστος ενώ εκείνος εξαντλείται
逸楽生活 いつらくせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 βίος αφιερωμένος στην ηδονή, ηδονιστικός τρόπος ζωής
逸り気 はやりぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ανυπομονησία, προθυμία
逸言 いつげん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολή, υπερβολική δήλωση, λεκτικό ολίσθημα
逸年号 いつねんごう

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπίσημη ονομασία εποχής, απόκρυφη ονομασία εποχής
逸遊 いつゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ασχολία με την αναζήτηση της ηδονής
逸失 いっしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια (κάτι που χάθηκε), χάσιμο
逸般人 いっぱんじん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικό άτομο
  1. 01 αποκλίνω
  2. 02 αδράνεια
  3. 03 ελεύθερος χρόνος
  4. 04 αστοχώ
  5. 05 αποφεύγω
  6. 06 διαφεύγω
  7. 07 αποκρούω
  8. 08 αποκλίνω