88 αποτελέσματα για «遅»

遅らす おくらす N1

ρήμα

  1. 01 καθυστερώ, αναβάλλω, επιβραδύνω, καθυστερώ τον ρυθμό
遅滞なく ちたいなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χωρίς καθυστέρηση, άμεσα, αμέσως, πάραυτα
遅刻者 ちこくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένος, άτομο που φτάνει αργά
遅疑 ちぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δισταγμός, αναποφασιστικότητα
遅鈍 ちどん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 νωθρότητα, βραδύνοια
遅速 ちそく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα
  2. 02 πρόοδος
遅まき おそまき

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμη σπορά
  2. 02 καθυστερημένη πράξη, εκπρόθεσμη ενέργεια
遅刻魔 ちこくま

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που αργεί πάντα, άτομο που δεν είναι ποτέ στην ώρα του
遅筆 ちひつ

ουσιαστικό

  1. 01 αργογραφία
遅漏 ちろう

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένη εκσπερμάτιση
遅配 ちはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστέρηση (στην πληρωμή, την παράδοση, τη διανομή, κ.λπ.)
遅くとも おそくとも N1

επίρρημα

  1. 01 το αργότερο
遅れ馳せ おくればせ

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένος, εκπρόθεσμος
遅出 おそで

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αργοπορημένη αναχώρηση (για εργασία)
  2. 02 απογευματινή βάρδια
遅刻届 ちこくとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 αναφορά καθυστέρησης, δήλωση καθυστερημένης άφιξης
遅桜 おそざくら

ουσιαστικό

  1. 01 κερασιά που ανθίζει αργά
遅発 ちはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστερημένη αναχώρηση, καθυστερημένη έναρξη
  2. 02 καθυστερημένη έναρξη, όψιμη εμφάνιση
  3. 03 καθυστερημένη ανάφλεξη, καθυστερημένη πυροδότηση
遅疑逡巡 ちぎしゅんじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διστάζω, αναποφασιστικότητα, ταλάντευση
遅生まれ おそうまれ

ουσιαστικό

  1. 01 γεννημένος μετά την 1η Απριλίου (ημερομηνία εισαγωγής στο σχολείο)
遅発性 ちはつせい

άλλο

  1. 01 όψιμης έναρξης (νόσου κ.λπ.), καθυστερημένος, όψιμος