45 αποτελέσματα για «避»

避難生活 ひなんせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαβίωση σε καταφύγια εκκένωσης
避難路 ひなんろ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή εκκένωσης, οδός διαφυγής (για τους εκτοπισμένους)
避暑客 ひしょきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 παραθεριστής που αναζητά δροσιά
避妊手術 ひにんしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική στείρωση, επεμβατική αντισύλληψη
避難口 ひなんぐち

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα εκκένωσης, θυρίδα διαφυγής
避難地 ひなんち

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εκκένωσης, καταφύγιο ανάγκης, καταφύγιο
避寒 ひかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση σε θερμότερο κλίμα για τον χειμώνα, διαχείμαση
避寒地 ひかんち

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινό θέρετρο για διαφυγή από το κρύο
避妊法 ひにんほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος ή μέτρα αντισύλληψης
避病院 ひびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 νοσοκομείο απομόνωσης
避難誘導灯 ひなんゆうどうとう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινή πινακίδα εξόδου κινδύνου
避止 ひし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχή
避難場 ひなんば

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο εκκένωσης (συνήθως σε εσωτερικούς χώρους, π.χ. σχολεία, γυμναστήρια, κοινοτικά κέντρα), καταφύγιο
避球 ひきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με μπάλα όπου οι παίκτες αποφεύγουν να χτυπηθούν
避難経路図 ひなんけいろず

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο οδεύσεων διαφυγής, χάρτης οδού διαφυγής, χάρτης οδεύσεων διαφυγής
避難はしご ひなんはしご

ουσιαστικό

  1. 01 σκάλα κινδύνου
避妊ピル ひにんピル

ουσιαστικό

  1. 01 αντισυλληπτικό χάπι
避妊リング ひにんリング

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομήτριο σπιράλ, αντισυλληπτικό σπιράλ
避難通貨 ひなんつうか

ουσιαστικό

  1. 01 νόμισμα ασφαλές καταφύγιο
避忌 ひき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφυγή, αποποίηση, αποποίηση ευθύνης