219 αποτελέσματα για «野»

野原 のはら

ουσιαστικό

  1. 01 πεδιάδα, κάμπος, λειβάδι, αγρός
野良 のら

ουσιαστικό

  1. 01 αγρός, χωράφι
  2. 02 αδέσποτο (ζώο, όπως σκύλος ή γάτα)
  3. 03 άγνωστος παίκτης (σε παιχνίδι για πολλούς παίκτες στο διαδίκτυο), τυχαίος συμπαίκτης, παιχνίδι με αγνώστους
野性 やせい

ουσιαστικό

  1. 01 αγριότητα, φυσική κατάσταση, αδάμαστη φύση, άγρια φύση
野生動物 やせいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 άγριο ζώο
野郎ども やろうども

ουσιαστικό

  1. 01 καθάρματα, τύποι, παιδιά
野盗 やとう

ουσιαστικό

  1. 01 ληστής, κακοποιός
野営地 やえいち

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκήνωση, χώρος κάμπινγκ
野山 のやま

ουσιαστικό

  1. 01 λόφοι και πεδιάδες, λοφώδης εξοχή
野犬 やけん

ουσιαστικό

  1. 01 αδέσποτος σκύλος, σκύλος χωρίς ιδιοκτήτη
野蛮人 やばんじん

ουσιαστικό

  1. 01 βάρβαρος, αγριάνθρωπος
野戦 やせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθρια μάχη, στρατιωτικές επιχειρήσεις πεδίου, ανοιχτή μάχη
  2. 02 πεδίο μάχης, μέτωπο
野党 やとう N3

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπολιτευόμενο κόμμα, αντιπολίτευση
野草 やそう

ουσιαστικό

  1. 01 άγρια χόρτα, αγριόχορτα, αγριολούλουδα
野暮用 やぼよう

ουσιαστικό

  1. 01 μικροδουλειά, εξωτερική δουλειά χωρίς ιδιαίτερη σημασία
野暮ったい やぼったい

επίθετο

  1. 01 παλιομοδίτικος, αγροίκος, απλοϊκός, ακατέργαστος, ανεπιτήδευτος
野心家 やしんか

ουσιαστικό

  1. 01 φιλόδοξο άτομο
野次 やじ

ουσιαστικό

  1. 01 γιουχαΐσματα, αποδοκιμασίες, ειρωνικά σχόλια
野性的 やせいてき

επίθετο

  1. 01 άγριος, τραχύς, ακατέργαστος, αδούλευτος, στιβαρός, σκληροτράχηλος
野菜炒め やさいいため

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανικά σοτέ
野鳥 やちょう

ουσιαστικό

  1. 01 άγριο πουλί