56 αποτελέσματα για «釣»
釣り餌 つりえ
ουσιαστικό
- 01 δόλωμα (για ψάρεμα)
釣り師 つりし
ουσιαστικό
- 01 ψαράς
- 02 τρολ του διαδικτύου
釣具 つりぐ
ουσιαστικό
- 01 αλιευτικός εξοπλισμός, σύνεργα ψαρέματος
釣り船 つりぶね
ουσιαστικό
- 01 αλιευτικό σκάφος
- 02 κρεμαστό βάζο λουλουδιών σε σχήμα βάρκας
釣り糸を垂れる つりいとをたれる
άλλο, ρήμα
- 01 ρίχνω το αγκίστρι στο νερό
釣魚 ちょうぎょ
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα, αλιεία
釣りバカ つりばか
ουσιαστικό
- 01 μανιώδης ερασιτέχνης ψαράς, λάτρης του ψαρέματος
釣り書き つりがき
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακό ιστορικό και βιογραφικό σημείωμα
釣殿 つりどの
ουσιαστικό
- 01 κτίρια στις ανατολικές και δυτικές πλευρές της νότιας λίμνης (στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική τύπου παλατιού)
釣り客 つりきゃく
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης ψαράς, τουρίστας που επιδίδεται στο ψάρεμα
釣鐘マント つりがねマント
ουσιαστικό
- 01 μακρύς μανδύας (που φορούσαν στρατιώτες, μαθητές κ.λπ. κατά την περίοδο Μεϊτζί)
釣り球 つりだま
ουσιαστικό
- 01 βολή-δόλωμα, δόλωμα για το χτύπημα, ρίψη που παρασύρει τον batter να ταλαντεύσει το ρόπαλο
釣鐘堂 つりがねどう
ουσιαστικό
- 01 καμπαναριό, κωδωνοστάσιο
釣り天狗 つりてんぐ
ουσιαστικό
- 01 ψαράς που καυχιέται για τις ικανότητές του στο ψάρεμα, αλαζονικός ψαράς
釣釜 つりがま
ουσιαστικό
- 01 σιδερένιος λέβητας που αναρτάται από αλυσίδα
釣り灯籠 つりどうろう
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστό φανάρι
釣り提灯 つりぢょうちん
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστό φανάρι
釣り棚 つりだな
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστό ράφι
釣り台 つりだい
ουσιαστικό
- 01 εξέδρα ψαρέματος, μικρή φορητή κατασκευή που συναρμολογείται γρήγορα
- 02 φορητό κάθισμα ή εξέδρα για τη μεταφορά ανθρώπων ή αντικειμένων (περίοδος Έντο)
釣り鐘草 つりがねそう
ουσιαστικό
- 01 καμπανούλα, καμπανολούλουδο