198 αποτελέσματα για «鉄»

鉄筋 てっきん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλύβδινη ράβδος οπλισμού, οπλισμός σκυροδέματος
  2. 02 οπλισμένο σκυρόδεμα
鉄人 てつじん

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένιος άνθρωπος, δυνατός άνδρας
  2. 02 ρομπότ (ατσαλένιο)
鉄砲玉 てっぽうだま

ουσιαστικό

  1. 01 βολή πυροβόλου όπλου, σφαίρα
  2. 02 χαμένος αγγελιαφόρος, απουσιάζων αγγελιαφόρος, αυτός που δεν επιστρέφει
  3. 03 κέντρο στόχου (είδος καραμέλας)
鉄槌を下す てっついをくだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβάλλω αυστηρά μέτρα (π.χ. σε εγκληματικότητα, διαφθορά), καταφέρω συντριπτικό πλήγμα, δίνω το τελειωτικό χτύπημα
鉄鉱石 てっこうせき

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηρομετάλλευμα
鉄鋼 てっこう N1

ουσιαστικό

  1. 01 σίδηρος και χάλυβας
鉄分 てつぶん

ουσιαστικό

  1. 01 περιεκτικότητα σε σίδηρο
鉄筋コンクリート てっきんコンクリート

ουσιαστικό

  1. 01 οπλισμένο σκυρόδεμα, μπετόν αρμέ
鉄拳制裁 てっけんせいさい

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρία με γροθιές
鉄錆 てつさび

ουσιαστικό

  1. 01 σκουριά σιδήρου, υδροξείδιο του σιδήρου
鉄扇 てっせん

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηρόφρακτη βεντάλια
鉄血 てっけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίμα και σίδηρος, στρατιωτική ισχύς
鉄瓶 てつびん

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένιο βραστήρι
鉄片 てっぺん

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένια υπολείμματα
鉄鍋 てつなべ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένιο σκεύος, σιδερένιο τηγάνι
鉄鎖 てっさ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένια αλυσίδα
鉄色 てついろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινωπό μαύρο, σιδηρούχο μπλε, πρασινωπό μαύρο, ατσαλί γκρι
鉄柱 てっちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένιος στύλος
鉄兜 てつかぶと

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινο κράνος
鉄くず てつくず

ουσιαστικό

  1. 01 παλιοσίδερα