72 αποτελέσματα για «門»
門閥 もんばつ
ουσιαστικό
- 01 καταγωγή, γενεαλογία, τζάκι
門松 かどまつ
ουσιαστικό
- 01 πρωτοχρονιάτικη διακόσμηση από πεύκο (καντομάτσου)
門徒 もんと
ουσιαστικό
- 01 ακόλουθος (θρησκείας, ειδικά της σχολής Τζόντο Σινσού), πιστός
門戸を開く もんこをひらく
άλλο, ρήμα
- 01 ανοίγω τις πόρτες (στον κόσμο, στις γυναίκες, κ.λπ.)
門前町 もんぜんまち
ουσιαστικό
- 01 οικισμός που αναπτύχθηκε αρχικά γύρω από έναν ναό ή ένα ιερό
門をたたく もんをたたく
άλλο, ρήμα
- 01 χτυπώ την πόρτα
- 02 ζητώ μαθητεία, ζητώ να γίνω μαθητής
門跡 もんぜき
ουσιαστικό
- 01 ναός του οποίου ηγούνταν παλαιότερα ο ιδρυτής της αίρεσης, ναός στον οποίο διέμενε μέλος της αριστοκρατίας ή της αυτοκρατορικής οικογένειας, (αρχιερέας του) Χονγκάντζι (ναός στο Κιότο)
門脈 もんみゃく
ουσιαστικό
- 01 πυλαία φλέβα
門地 もんち
ουσιαστικό
- 01 βαθμός, καταγωγή
門中 もんちゅう
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακή φατρία της Οκινάουα που βασίζεται στην πατρική γραμμή, μοιράζεται τον ίδιο τάφο και τελεί από κοινού τελετουργίες
門灯 もんとう
ουσιαστικό
- 01 φωτιστικό πύλης
門前の小僧 もんぜんのこぞう
άλλο
- 01 μαθαίνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις από το περιβάλλον σου, ο μαθητευόμενος κοντά στην πύλη του ναού (που απαγγέλλει σούτρες χωρίς να του έχουν διδάξει)
門札 もんさつ
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα πόρτας, ονοματεπώνυμο, άδεια εισόδου
門院 もんいん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκράτειρα μητέρα
門派 もんぱ
ουσιαστικό
- 01 υποδιαίρεση θρησκευτικής αίρεσης, κλάδος σχολής
門戸を閉ざす もんこをとざす
άλλο, ρήμα
- 01 κλείνω την πόρτα (σε), αποκλείω
門標 もんぴょう
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα πόρτας, πινακίδα ονόματος
門流 もんりゅう
ουσιαστικό
- 01 κλάδος σχολής
門鑑 もんかん
ουσιαστικό
- 01 πάσο που επιτρέπει τη διέλευση από πύλη
門歯 もんし
ουσιαστικό
- 01 κοπτήρας