もんをたたく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπώ την πόρτα
  2. 02 ζητώ μαθητεία, ζητώ να γίνω μαθητής

Κλίση

Παρόν (απλό)
門をたたく
Παρόν (ευγενικό)
門をたたきます
Άρνηση (απλή)
門をたたかない
Άρνηση (ευγενική)
門をたたきません
Παρελθόν (απλό)
門をたたいた
Παρελθόν (ευγενικό)
門をたたきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
門をたたかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
門をたたきませんでした
Τε-μορφή
門をたたいて
Δυνητική
門をたたける
Προστακτική
門をたたけ
Βουλητική
門をたたこう
Υποθετική (ば)
門をたたけば