199 αποτελέσματα για «間»

間接的 かんせつてき

επίθετο

  1. 01 έμμεσος
間違いなし まちがいなし

άλλο

  1. 01 σίγουρος, βέβαιος, αναμφίβολος
間髪入れず かんぱついれず

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ακαριαία, αμέσως, δίχως την παραμικρή καθυστέρηση, χωρίς ούτε στιγμή αναμονής
間に立つ あいだにたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 μεσολαβώ, επεμβαίνω
N3

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, παύση
  2. 02 διάστημα, χώρος
  3. 03 δωμάτιο, χώρος
間延び まのび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αργοπορία, καθυστέρηση, νωθρότητα
  2. 02 έλλειψη σταθερότητας, χαλαρότητα, αμέλεια
間取り まどり

ουσιαστικό

  1. 01 διαρρύθμιση (οικίας ή διαμερίσματος), διάταξη δωματίων
間接 かんせつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση οδός, έμμεσος τρόπος
間者 かんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσκοπος, μυστικός πράκτορας
間隙 かんげき

ουσιαστικό

  1. 01 διάκενο, κενό
けん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κεν (περίπου 1,818 μέτρα, ισούται με 6 σάκου)
  2. 02 μετρητική μονάδα για την αρίθμηση των διαστημάτων ανάμεσα σε κολώνες
間中 あいだじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 καθόλη τη διάρκεια
間中 まなか

ουσιαστικό

  1. 01 μισό κεν (περίπου 0,9 μέτρα)
  2. 02 ψάθα τατάμι μισού μεγέθους
間を取る あいだをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ μέση στάση (μεταξύ των δύο), συμβιβάζομαι
間を取る まをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω παύση
間断 かんだん

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική διακοπή, διαλείπουσα παύση, ανάπαυλα
間接キス かんせつキス

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσο φιλί (π.χ. πίνοντας από ένα ποτήρι που χρησιμοποίησε μόλις κάποιος άλλος)
間が悪い まがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 άβολος, αμήχανος, ντροπιαστικός
  2. 02 άβολος, ακατάλληλος, άκαιρος, ατυχής, κακότυχος
間諜 かんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσκοπος, μυστικός πράκτορας
間ずっと あいだずっと

άλλο, επίρρημα

  1. 01 καθ' όλη τη διάρκεια, σε όλο το διάστημα, συνεχώς