103 αποτελέσματα για «離»

離着陸 りちゃくりく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογείωση και προσγείωση
離席 りせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση από τη θέση
離れ小島 はなれこじま

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό απομονωμένο νησί
離れ座敷 はなれざしき

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο απομονωμένο από το κυρίως κτίριο
離間 りかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποξένωση, απομάκρυνση, σπορά διχόνοιας, πρόκληση ρήξης
離れ島 はなれじま

ουσιαστικό

  1. 01 απομονωμένο νησί, ερημονήσι, απόμακρο νησί
離党 りとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από πολιτικό κόμμα
離れ家 はなれや

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόνομο κτίριο
  2. 02 απομονωμένο σπίτι
離縁状 りえんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο διαζυγίου
離職 りしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από την εργασία, παραίτηση από τη θέση εργασίας, απώλεια της εργασίας
離れ去る はなれさる

ρήμα

  1. 01 ξεφεύγω, αποχωρώ
離婚訴訟 りこんそしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγή διαζυγίου, διαδικασία διαζυγίου
離発着 りはっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογείωση και προσγείωση, αναχώρηση και άφιξη (αεροσκάφους)
離職率 りしょくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό αποχώρησης εργαζομένων, ρυθμός εναλλαγής προσωπικού
離党届 りとうとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη παραίτηση από πολιτικό κόμμα, δήλωση αποχώρησης από κόμμα
離岸 りがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόπλους, απομάκρυνση από την ακτή ή την αποβάθρα
離婚率 りこんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό διαζυγίων
離任 りにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από το αξίωμα
離水 りすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθαλάσσωση
離合 りごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύμπηξη και διάλυση συμμαχίας, συνάντηση και αποχωρισμός