103 αποτελέσματα για «難»

難き かたき

ουσιαστικό

  1. 01 δυσκολία, πρόβλημα
難病 なんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρή ασθένεια, δυσεπίλυτη νόσος, ασθένεια που δύσκολα θεραπεύεται
難い かたい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος, δυσχερής
難波 なにわ

ουσιαστικό

  1. 01 Νάνιβα (πρώην ονομασία της περιοχής της Οσάκα)
難がある なんがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω κάποιο ελάττωμα, παρουσιάζω κάποιο πρόβλημα
難局 なんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη κατάσταση
難破 なんぱ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ναυάγιο
難事 なんじ

ουσιαστικό

  1. 01 δυσκολία
難癖つける なんくせつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατηγορώ, ψάχνω ψύλλους στα άχυρα
難物 なんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολο πρόβλημα, άτομο δύσκολο στη συναναστροφή, σκληρό καρύδι
難事件 なんじけん

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη υπόθεση
難渋 なんじゅう

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βάσανο, δυσχέρεια, δυσκολία, κακουχία, αθλιότητα, τέλμα, εμπόδιο
難産 なんざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δύσκολος τοκετός, δυστοκία
難癖 なんくせ

ουσιαστικό

  1. 01 προσχηματική επίκριση, αβάσιμη κατηγορία
難破船 なんぱせん

ουσιαστικό

  1. 01 ναυάγιο
難聴 なんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρηκοΐα, δυσκολία στην ακοή, απώλεια ακοής
  2. 02 κακή λήψη σήματος (ραδιόφωνο, κ.λπ.)
難癖を付ける なんくせをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατηγορώ, ψάχνω ψύλλους στα άχυρα
難民キャンプ なんみんキャンプ

ουσιαστικό

  1. 01 καταυλισμός προσφύγων
難行 なんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 μετάνοια, εξιλέωση
難詰 なんきつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίπληξη