26 αποτελέσματα για «霜»
霜降月 しもふりづき
ουσιαστικό
- 01 ενδέκατος σεληνιακός μήνας
霜枯れ時 しもがれどき
ουσιαστικό
- 01 ζοφερή εποχή του χειμώνα
- 02 εκτός εποχής, νεκρή περίοδος, περίοδος κάμψης
霜降り作り しもふりづくり
ουσιαστικό
- 01 ψάρι, κοτόπουλο, οστρακοειδή κ.λπ. που ζεματίζονται με βραστό νερό και στη συνέχεια βυθίζονται σε παγωμένο νερό (σιμοφουρί-ζουκούρι)
霜剣 そうけん
ουσιαστικό
- 01 παγωμένο κοφτερό σπαθί, λεπίδα από πάγο
霜露 そうろ
ουσιαστικό
- 01 πάχνη και δροσιά
- 02 κάτι εφήμερο, κάτι πρόσκαιρο, κάτι βραχύβιο
霜
- 01 παγετός