87 αποτελέσματα για «順»
順位表 じゅんいひょう
ουσιαστικό
- 01 πίνακας κατάταξης (π.χ. αθλητικό πρωτάθλημα)
順応力 じゅんのうりょく
ουσιαστικό
- 01 προσαρμοστικότητα, ικανότητα για προσαρμογή
順境 じゅんきょう
ουσιαστικό
- 01 ευνοϊκές συνθήκες, ευημερία
順手 じゅんて
ουσιαστικό
- 01 λαβή από πάνω
順位戦 じゅんいせん
ουσιαστικό
- 01 αγώνες κατάταξης (για παράδειγμα στο γκο ή στο σόγκι)
順逆 じゅんぎゃく
ουσιαστικό
- 01 το σωστό και το λάθος, η αφοσίωση και η προδοσία, η υπακοή και η ανυπακοή
順延 じゅんえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναβολή, μεταφορά σε μεταγενέστερη ημερομηνία
順不同 じゅんふどう
ουσιαστικό
- 01 χωρίς συγκεκριμένη σειρά, τυχαία σειρά
順々 じゅんじゅん N2
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 με τη σειρά, διαδοχικά
順序通り じゅんじょどおり
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 με τη σειρά, με τη σωστή διαδοχή
順序だてる じゅんじょだてる
ρήμα
- 01 ταξινομώ, διατάσσω, βάζω σε σειρά (τις σκέψεις κάποιου)
順送り じゅんおくり
ουσιαστικό
- 01 διαβίβαση κατά σειρά, προώθηση
順接 じゅんせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χρήση συνδέσμου για την έκφραση αιτίας και αποτελέσματος
順良 じゅんりょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 καλός και υπάκουος, πράος, ήπιος
順光 じゅんこう
ουσιαστικό
- 01 φωτισμός από εμπρός, μετωπικός φωτισμός
順化 じゅんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσαρμογή, εγκλιματισμός
順番列 じゅんばんれつ
ουσιαστικό
- 01 ακολουθία, σειρά
順行 じゅんこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βαίνω κατά σειρά, προχωρώ, ακολουθώ τη ροή (π.χ. της εποχής)
- 02 ευθεία κίνηση, ορθόδρομη κίνηση
順序不同 じゅんじょふどう
ουσιαστικό
- 01 χωρίς συγκεκριμένη σειρά, τυχαία σειρά, με οποιαδήποτε σειρά
順天堂大学 じゅんてんどうだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τζουντεντό