49 αποτελέσματα για «領»

領収証 りょうしゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 απλοποιημένη απόδειξη με κενή γραμμή για τη συμπλήρωση του ονόματος του πελάτη (χρησιμοποιείται ειδικά για την υποβολή αιτημάτων κάλυψης εξόδων), χειρόγραφη απόδειξη
領野 りょうや

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή, τομέας, επικράτεια, πεδίο, εύρος
領土侵犯 りょうどしんぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση εδαφικής κυριαρχίας, εισβολή σε έδαφος
領収 りょうしゅう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσπραξη (χρημάτων), λήψη
領海侵犯 りょうかいしんぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση χωρικών υδάτων, εισβολή στα χωρικά ύδατα
領置 りょうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάσχεση, φύλαξη σε δικαστική επιμέλεια
領域確保 りょういきかくほ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάτμηση, διαχωρισμός περιοχών
領略 りょうりゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανόηση, αντίληψη
領土保全 りょうどほぜん

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας
領有権問題 りょうゆうけんもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 εδαφική διαφορά
領海線 りょうかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσια όρια, χωρικά ύδατα
領得 りょうとく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανόηση
  2. 02 κλοπή
領水 りょうすい

ουσιαστικό

  1. 01 χωρικά ύδατα
領主制 りょうしゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδαρχικό σύστημα, μανιοριαλισμός
領布 りょうふ

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή περιοχής
領域型出力基本要素 りょういきがたしゅつりょくきほんようそ

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο περιοχής
領域集合 りょういきしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο περιοχής πλήρωσης
領域束表 りょういきたばひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας δεσμίδας περιοχής πλήρωσης
領域定義属性 りょういきていぎぞくせい

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικά που ορίζονται από τον τομέα
領域塗りつぶし りょういきぬりつぶし

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλήρωση περιοχής