100 αποτελέσματα για «顔»
顔向け かおむけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμφάνιση σε δημόσιο χώρο, συνάντηση με άλλο πρόσωπο πρόσωπο με πρόσωπο
顔を曇らす かおをくもらす
ρήμα, άλλο
- 01 συνοφρυώνομαι, δείχνω λυπημένος ή ανήσυχος
顔負け かおまけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταισχύνη, επισκίαση, υποβάθμιση από κάποιον καλύτερο, αίσθημα αμηχανίας λόγω ανωτερότητας του άλλου
顔写真 かおじゃしん
ουσιαστικό
- 01 φωτογραφία προσώπου, φωτογραφία ταυτότητας, φωτογραφία πορτρέτου
顔面蒼白 がんめんそうはく
ουσιαστικό
- 01 χλωμή όψη, ωχρότητα προσώπου (από φόβο, ασθένεια κ.λπ.)
顔見せ かおみせ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ντεμπούτο, πρώτη εμφάνιση
- 02 εμφάνιση για λίγο, πέρασμα
- 03 εισαγωγική παράσταση καμπούκι (για την παρουσίαση των ηθοποιών)
- 04 παράσταση καμπούκι του Δεκεμβρίου στο θέατρο Μιναμιζά του Κιότο, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι διάσημοι ηθοποιοί
顔なじみ かおなじみ
ουσιαστικό
- 01 γνωστός, φίλος, οικείο πρόσωπο
顔を突き合わせる かおをつきあわせる
άλλο, ρήμα
- 01 έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο (με κάποιον), συναντώ κατά πρόσωπο
顔を立てる かおをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 σώζω τα προσχήματα, δείχνω σεβασμό, προστατεύω τη φήμη κάποιου
顔が見える かおがみえる
άλλο
- 01 αναγνωρίσιμος, ταυτοποιήσιμος
- 02 προσωποποιημένος
顔から火が出る かおからひがでる
ρήμα, άλλο
- 01 κοκκινίζω από ντροπή, καίγομαι από ντροπή
顔が利く かおがきく
άλλο, ρήμα
- 01 ασκώ μεγάλη επιρροή, έχω ισχυρές διασυνδέσεις, έχω γνωριμίες
顔役 かおやく
ουσιαστικό
- 01 σημαντικό πρόσωπο, αρχηγός
顔がほころぶ かおがほころぶ
άλλο, ρήμα
- 01 σκάω στα γέλια, χαμογελάω πλατιά, ακτινοβολώ
顔に泥を塗る かおにどろをぬる
άλλο, ρήμα
- 01 δυσφημίζω, διασύρω, εκθέτω κάποιον, ρεζιλεύω
顔が広い かおがひろい
άλλο
- 01 κοινωνικός, γνωστός σε πολλούς, που έχει ευρύ κύκλο γνωριμιών
顔合わせる かおあわせる
ρήμα
- 01 συναντώ, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον
- 02 συμπρωταγωνιστώ, εμφανίζομαι μαζί
- 03 αντιμετωπίζω, τίθεμαι αντιμέτωπος
顔パス かおパス
ουσιαστικό
- 01 ελεύθερη είσοδος λόγω αναγνώρισης προσώπου, πρόσβαση κάπου επειδή σε γνωρίζουν
顔を潰す かおをつぶす
άλλο, ρήμα
- 01 εκθέτω κάποιον, φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, ξεφτιλίζω κάποιον
顔かたち かおかたち
ουσιαστικό
- 01 χαρακτηριστικά προσώπου, εξωτερική εμφάνιση