39 αποτελέσματα για «飽»

飽きやすい あきやすい

επίθετο

  1. 01 ευμετάβλητος, ανυπόμονος, άστατος
飽和点 ほうわてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο κορεσμού
飽くことを知らない あくことをしらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ακόρεστος, αχόρταγος
飽和溶液 ほうわようえき

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένο διάλυμα
飽和脂肪酸 ほうわしぼうさん

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένο λιπαρό οξύ
飽食時代 ほうしょくじだい

ουσιαστικό

  1. 01 σημερινή εποχή της υπερκατανάλωσης τροφής, περίοδος κατά την οποία υπάρχει περίσσεια τροφής, εποχή αφθονίας, εποχή με επάρκεια τροφίμων
飽和炭化水素 ほうわたんかすいそ

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένος υδρογονάνθρακας
飽和蒸気圧 ほうわじょうきあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση κορεσμένων ατμών
飽き足りない あきたりない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανικανοποίητος, μη ικανοποιητικός
飽和蒸気 ほうわじょうき

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένος ατμός
飽き足らない あきたらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανικανοποίητος (από), δυσαρεστημένος (με), (ακόμα) μη ικανοποιημένος, αφήνει περιθώρια βελτίωσης
飽和化合物 ほうわかごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένη ένωση
飽食暖衣 ほうしょくだんい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χορτασμένος και καλοντυμένος
飽和市場 ほうわいちば

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένη αγορά
飽かぬ あかぬ

άλλο

  1. 01 κάτι που δεν χορταίνει ποτέ κανείς, αχόρταγος, ακούραστος
飽かせる あかせる

ρήμα

  1. 01 κουράζω, βαριέμαι, αποχαυνώνω
  2. 02 χρησιμοποιώ αφειδώς (χωρίς τύψεις)
飽和色 ほうわしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένο χρώμα
飽和潜水 ほうわせんすい

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμένη κατάδυση
  1. 01 χορτάτος, κορεσμένος
  2. 02 βαριέμαι
  3. 03 βαριέμαι
  4. 04 χορταίνω, κορένω