526 αποτελέσματα για «下»
下手 したて
ουσιαστικό
- 01 ταπεινή θέση, κατώτερος
- 02 υπομασχάλια λαβή στη ζώνη του αντιπάλου
下足 ゲソ
ουσιαστικό
- 01 πλοκάμια καλαμαριού
下聞 かぶん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προκαταρκτική έρευνα, προηγούμενη διερεύνηση
下手上手 へたうま
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εκ πρώτης όψεως πρόχειρο ή ερασιτεχνικό, αλλά σε δεύτερη ανάγνωση επιδέξιο (για έργα τέχνης κ.λπ.), ακατέργαστο αλλά γοητευτικό, κακοφτιαγμένο αλλά ελκυστικό
下げまん さげまん
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα που θεωρείται ότι φέρνει κακοτυχία στον άντρα με τον οποίο βρίσκεται κοντά ή με τον οποίο συνευρίσκεται σεξουαλικά
下種根性 げすこんじょう
ουσιαστικό
- 01 χυδαία αισθήματα, κακοήθεις διαθέσεις
下表 かひょう
ουσιαστικό
- 01 παρακάτω διάγραμμα
下げちん さげちん
ουσιαστικό
- 01 άνδρας που θεωρείται ότι φέρνει κακοτυχία στη γυναίκα που βρίσκεται κοντά του ή με την οποία συνευρίσκεται ερωτικά
下院議 かいんぎ
ουσιαστικό
- 01 κάτω βουλή (του κοινοβουλίου κ.λπ.)
下渋り したしぶり
ουσιαστικό
- 01 σταθερότητα (χρηματιστήριο)
下種張る げすばる
ρήμα
- 01 συμπεριφέρομαι με αγένεια, φέρομαι σαν άξεστος, είμαι χυδαίος, ενεργώ με τρόπο ανάρμοστο
下掛かる しもがかる
ρήμα
- 01 μιλάω για άσεμνα θέματα
下気道 かきどう
ουσιαστικό
- 01 κατώτερη αναπνευστική οδός, κατώτερος αεραγωγός
下位参照 かいさんしょう
ουσιαστικό
- 01 υφιστάμενη αναφορά
下げ振り さげふり
ουσιαστικό
- 01 νήμα της στάθμης, βαρίδι
下げ足 さげあし
ουσιαστικό
- 01 καθοδική πορεία (στην αγορά)
下げ幕 さげまく
ουσιαστικό
- 01 αυλαία
下げ翼 さげよく
ουσιαστικό
- 01 πτερύγιο ελέγχου πτέρυγας
下し大根 おろしだいこん
ουσιαστικό
- 01 τριμμένο ραπανάκι, τριμμένο ντάικον
下の句 しものく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τελευταίο μέρος ενός ποιήματος ή στίχου της Βίβλου