下手上手
επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα εκ πρώτης όψεως πρόχειρο ή ερασιτεχνικό, αλλά σε δεύτερη ανάγνωση επιδέξιο (για έργα τέχνης κ.λπ.), ακατέργαστο αλλά γοητευτικό, κακοφτιαγμένο αλλά ελκυστικό