456 αποτελέσματα για «白»

白麹菌 しろこうじきん

ουσιαστικό

  1. 01 ασπέργιλλος του Καβάτσι, ασπέργιλλος του Αβαμόρι ποικιλία Καβάτσι, λευκός μύκητας κότζι, χρησιμοποιείται στην παραγωγή σότσου
白地 はくち

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό ύφασμα
  2. 02 ακατοίκητη γη, κενό οικόπεδο
  3. 03 αξιοπρεπής γυναίκα (σε αντίθεση με μια ιερόδουλη)
白色瞳孔 はくしょくどうこう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοκορία, αμαυρωτική γατόμορφη κόρη
白黒襟巻狐猿 しろくろえりまききつねざる

ουσιαστικό

  1. 01 ασπρόμαυρος λεμούριος με φουντωτό λαιμό (Varecia variegata)
白カツオドリ しろカツオドリ

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια σούλα (Morus bassanus)
白岩山羊 しろいわやぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σιροϊβαγιάγκι (είδος αγριοκάτσικου της Βόρειας Αμερικής), αγριοκάτσικο των Βραχωδών Ορέων
白水郎 はくすいろう

ουσιαστικό

  1. 01 ψαράς
白舵木 しろかじき

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρος ξιφίας (Makaira indica)
白燐弾 はくりんだん

ουσιαστικό

  1. 01 βόμβα λευκού φωσφόρου
白髪マーモット しらがマーモット

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτόχρωμη μαρμότα (Marmota caligata)
白馬尖鼠 しろうまとがりねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 σιρουμάτογκαρινεζούμι (Sorex hosonoi shiroumanus)
白橡 しらつるばみ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό γκρι, απαλό γκρι
白襟鸛 しろえりこう

ουσιαστικό

  1. 01 σιροερικό (Ciconia episcopus), λευκολαίμης πελαργός
白髭海栗 しらひげうに

ουσιαστικό

  1. 01 σιραχιγκέ-ουνί (Tripneustes gratilla)
白鷴 はっかん

ουσιαστικό

  1. 01 ασημένιος φασιανός (Lophura nycthemera)
白駒の隙を過ぐるが如し はっくのげきをすぐるがごとし

άλλο

  1. 01 ο χρόνος κυλάει γρήγορα, όπως το να βλέπεις ένα λευκό άλογο να περνά τρέχοντας μπροστά από μια χαραμάδα στον τοίχο (Τζουάνγκ Τζι)
白蒸し しらむし

ουσιαστικό

  1. 01 ατμισμένο ρύζι γλουτινώδες χωρίς γεύση, ρύζι για μότσι
白帯下 はくたいげ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκόρροια, βλεννώδης έκκριση από τα γυναικεία γεννητικά όργανα
白度 はくど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός λευκότητας
白粒岩 はくりゅうがん

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκώδης λίθος