556 αποτελέσματα για «上»
上位四校 じょういしこう
ουσιαστικό
- 01 σχολεία του ανώτερου τεταρτημορίου, σχολές υψηλής κατάταξης
上祭服 じょうさいふく
ουσιαστικό
- 01 αμφιόνιο, φαιλόνιο
上科 じょうか
ουσιαστικό
- 01 υπεροικογένεια
上記のことから じょうきのことから
άλλο
- 01 με βάση τα παραπάνω
上海大学 しゃんはいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο της Σανγκάης
上がり湯 あがりゆ
ουσιαστικό
- 01 καθαρό ζεστό νερό για το ξέβγαλμα στο τέλος του λουτρού
上棟 じょうとう
ουσιαστικό
- 01 ανέγερση της κορυφογραμμής της στέγης
上裁 じょうさい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική απόφαση
上議 じょうぎ
ουσιαστικό, ρήμα, επίθημα
- 01 εισαγωγή στην ημερήσια διάταξη
- 02 μέλος της άνω βουλής
上手く うまく
επίρρημα
- 01 επιδέξια, ικανά, καλά, εύστοχα, έξυπνα
- 02 επιτυχημένα, ομαλά
- 03 νόστιμα
上諭 じょうゆ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
上げまん あげまん
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα που θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη στον άνδρα με τον οποίο βρίσκεται κοντά ή με τον οποίο συνευρίσκεται σεξουαλικά
上がり牌 あがりハイ
ουσιαστικό
- 01 νικητήριο πλακίδιο (το πλακίδιο που ολοκληρώνει ένα χέρι στο μάτζονγκ)
上溝桜 うわみずざくら
ουσιαστικό
- 01 ουβαμιζουζάκουρα (είδος αγριοκερασιάς, Prunus grayana), αγριοκερασιά του Γκρέι
上翳 うわひ
ουσιαστικό
- 01 εκφυλιστική πάθηση των ματιών που προκαλείται από θόλωση μπροστά από την κόρη
上編 じょうへん
ουσιαστικό
- 01 πρώτος τόμος (από δύο ή τρεις), πρώτο μέρος
上がり物 あがりもの
ουσιαστικό
- 01 προσφορά φαγητού, σοδειά, απόβλητα
上げ畳 あげだたみ
ουσιαστικό
- 01 ψάθα τατάμι με τελειωμένη επεξεργασία και στις δύο πλευρές
上げ離す あげはなす
ρήμα
- 01 αποκεφαλίζω
上つき うわつき
ουσιαστικό
- 01 εκθέτης