539 αποτελέσματα για «出»

出かした でかした

άλλο

  1. 01 μπράβο, συγχαρητήρια, τα κατάφερες περίφημα
出違う でちがう

ρήμα

  1. 01 αστοχώ να συναντήσω κάποιον επισκέπτη που ήρθε
出替わる でかわる

ρήμα

  1. 01 αντικαθιστώ κάποιον
出ず いず

ρήμα

  1. 01 φεύγω, εξέρχομαι, βγαίνω έξω
  2. 02 αναχωρώ, ξεκινώ (για ταξίδι)
  3. 03 προχωρώ μπροστά
  4. 04 φτάνω, καταλήγω σε
  5. 05 εμφανίζομαι, αναδύομαι, βγαίνω στην επιφάνεια, εντοπίζομαι, αποκαλύπτομαι, εκτίθεμαι
  6. 06 δημοσιεύομαι, ανακοινώνομαι, εκδίδομαι, αναγράφομαι, κυκλοφορώ
  7. 07 παρίσταμαι, συμμετέχω, λαμβάνω μέρος, αγωνίζομαι, εμφανίζομαι σε εκδήλωση
  8. 08 διατυπώνομαι, εκφράζομαι, αναφέρομαι, θίγομαι (σε συζήτηση)
  9. 09 πωλούμαι
  10. 10 υπερβαίνω, ξεπερνώ
  11. 11 προεξέχω, εξέχω
  12. 12 ξεσπώ, συμβαίνω, ξεκινώ, πηγάζω
  13. 13 παράγομαι
  14. 14 προέρχομαι από
  15. 15 δίνομαι, λαμβάνω, προσφέρομαι, υποβάλλομαι, παραδίδομαι, πληρώνομαι
  16. 16 απαντώ (στο τηλέφωνο, στην πόρτα), ανταποκρίνομαι
  17. 17 υιοθετώ (στάση), ενεργώ, συμπεριφέρομαι
  18. 18 αναπτύσσω (ταχύτητα κ.λπ.), κερδίζω
  19. 19 ρέω (π.χ. δάκρυα), τρέχω, αιμορραγώ
  20. 20 αποφοιτώ
出来れば できれば

άλλο

  1. 01 αν είναι δυνατόν
出かわり でかわり

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδική αντικατάσταση ή εναλλαγή εργαζομένων
出バン でバン

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεφόρτωμα εμπορευμάτων από φορτηγό εμπορευματοκιβωτίων κ.λπ.
出歯雀鯛 デバスズメダイ

ουσιαστικό

  1. 01 γαλαζοπράσινη χρωμίδα (Chromis viridis), γαλαζοπράσινος καλόγερος
出直る でなおる

ρήμα

  1. 01 ξεκινώ ξανά
出し違う だしちがう

ρήμα

  1. 01 αστοχώ στην αποστολή, παραλείπω να στείλω
  2. 02 αστοχώ στην παράδοση, παραλείπω να παραδώσω
出し前 だしまえ

ουσιαστικό

  1. 01 μερίδιο (σε έξοδα)
出し遅れ だしおくれ

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένος
出し分 だしぶん

ουσιαστικό

  1. 01 μερίδιο κάποιου στα έξοδα
出監 しゅっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφυλάκιση
出渠 しゅっきょ

ουσιαστικό

  1. 01 αποχώρηση από τη δεξαμενή (επισκευής)
出漁期 しゅつぎょき

ουσιαστικό

  1. 01 αλιευτική περίοδος
出漁区域 しゅつぎょくいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή αλιείας
出漁権 しゅつぎょけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα αλιείας
出群 しゅつぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εξοχότητα, υπεροχή
出血症 しゅっけつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμορροφιλία