1666 αποτελέσματα για «大»
大量出血 たいりょうしゅっけつ
ουσιαστικό
- 01 αιμορραγία
大噴火 だいふんか
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη ηφαιστειακή έκρηξη, μεγάλης κλίμακας έκρηξη, βίαιη έκρηξη, σφοδρή έκρηξη
大津波 おおつなみ
ουσιαστικό
- 01 τεράστιο τσουνάμι (άνω των 3 μέτρων σε ύψος σύμφωνα με τον ορισμό της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας της Ιαπωνίας), τεράστιο παλιρροϊκό κύμα
大型化 おおがたか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυξημένος σε μέγεθος, γίνομαι μεγαλύτερος, μεγέθυνση
大安売り おおやすうり
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη ευκαιρία, ξεπούλημα
大願 たいがん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη φιλοδοξία, ο μέγας όρκος του Βούδα (να σώσει όλους τους ανθρώπους)
大魚 たいぎょ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο ψάρι
大震災 だいしんさい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος σεισμός (καταστροφή), εξαιρετικά καταστροφικός σεισμός
大スター だいスター
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο αστέρι, υπερσταρ
大酒飲み おおざけのみ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος πότης, μέθυσος
大英帝国 だいえいていこく
ουσιαστικό
- 01 Βρετανική Αυτοκρατορία
大統領府 だいとうりょうふ
ουσιαστικό
- 01 προεδρικό μέγαρο (ΗΠΑ κ.λπ.)
大車輪 だいしゃりん
ουσιαστικό
- 01 γιγάντια κυκλική κίνηση (στη γυμναστική), μέγιστη προσπάθεια, ξέφρενη δραστηριότητα
大変身 だいへんしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ριζική μεταμόρφωση, μεγάλη αλλαγή
大量破壊兵器 たいりょうはかいへいき
ουσιαστικό
- 01 όπλο μαζικής καταστροφής
大筒 おおづつ
ουσιαστικό
- 01 κανόνι
大金星 だいきんぼし
ουσιαστικό
- 01 αιφνίδια νίκη, ανατροπή, θρίαμβος
大僧正 だいそうじょう
ουσιαστικό
- 01 αρχιερέας
大博打 おおばくち
ουσιαστικό
- 01 ριψοκίνδυνη κερδοσκοπία, μεγάλο τζογάρισμα, μεγάλο στοίχημα
大負け おおまけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βαριά ήττα, συντριπτική ήττα
- 02 μεγάλη έκπτωση