628 αποτελέσματα για «手»

手びねり てびねり

ουσιαστικό

  1. 01 χειροπλασία (διαμόρφωση πηλού με τα χέρια αντί για τη χρήση τροχού), χειροτεχνία
手沢本 しゅたくぼん

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένο βιβλίο (φθαρμένο από τη συχνή χρήση), βιβλίο που έχει διαβαστεί πολλές φορές
手繰り上げる たぐりあげる

ρήμα

  1. 01 ανασύρω, μαζεύω τραβώντας (με τα δύο χέρια), τυλίγω
手鼻 てばな

ουσιαστικό

  1. 01 φυσίξιμο της μύτης με τα δάχτυλα
手技療法 しゅぎりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 χειροπρακτική θεραπεία
手前ども てまえども

αντωνυμία

  1. 01 εμείς (χρησιμοποιείται κυρίως από εμπόρους κ.λπ.), το κατάστημά μας
手紙を宛てる てがみをあてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απευθύνω επιστολή σε κάποιο πρόσωπο
手鑑 てかがみ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή από χειρόγραφα (συνήθως παλαιά)
  2. 02 πρότυπο, παράδειγμα
手暗がり てくらがり

ουσιαστικό

  1. 01 σκιά που δημιουργείται από το χέρι κάποιου
手ブレ補正 てブレほせい

ουσιαστικό

  1. 01 σταθεροποίηση εικόνας, αντιστάθμιση κουνήματος κάμερας
  2. 02 σταθεροποίηση εισόδου (οθόνη αφής, γραφίδα, κ.λπ.)
手持ち品 てもちひん

ουσιαστικό

  1. 01 αγαθά που βρίσκονται σε απόθεμα ή διαθέσιμα, αντικείμενα στην κατοχή κάποιου
手間仕事 てましごと

ουσιαστικό

  1. 01 κοπιαστική εργασία, δύσκολη δουλειά, χρονοβόρα εργασία, εργασία κατά μονάδα (piecework)
手止まり てどまり

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία κίνηση (στο γκο, στο οθέλλο), τελευταία κίνηση
手紙文 てがみぶん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολικό ύφος, επιστολική φράση
手書き認識 てがきにんしき

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνώριση χειρόγραφου κειμένου
手根管症候群 しゅこんかんしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
手持ち現金 てもちげんきん

ουσιαστικό

  1. 01 μετρητά, διαθέσιμα μετρητά
手本引き てほんびき

ουσιαστικό

  1. 01 τεχονμπίκι (είδος παιχνιδιού με τράπουλα που συνδέεται με τον τζόγο)
手織り機 ておりばた

ουσιαστικό

  1. 01 χειροκίνητος αργαλειός, χειροκίνητος αργαλειός
手羽餃子 てばギョーザ

ουσιαστικό

  1. 01 τεμπά γκιόζα (φτερούγες κοτόπουλου γεμιστές με γέμιση γκιόζα)