1666 αποτελέσματα για «大»

大兵 たいへい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος στρατός, τεράστια δύναμη
大勝ち おおがち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγάλη νίκη, θρίαμβος, τεράστιο κέρδος
大威張り おおいばり

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καύχηση, επίδειξη, υπερηφάνεια
大型連休 おおがたれんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παρατεταμένη περίοδος αργιών (αποτελούμενη από ένα ή δύο σαββατοκύριακα και πολλές επίσημες αργίες, κυρίως η χρυσή εβδομάδα)
大蔵大臣 おおくらだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός οικονομικών
大会社 だいがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη επιχείρηση, μεγάλη εταιρεία
  2. 02 εταιρεία με κεφάλαιο άνω των 500 εκατομμυρίων γιεν ή υποχρεώσεις άνω των 20 δισεκατομμυρίων γιεν
大日 だいにち

ουσιαστικό

  1. 01 Μαχαβαϊροκάνα (Ταθαγκάτα), Μεγάλος Ήλιος, Ανώτατος Βούδας του σινο-ιαπωνικού εσωτεριστικού βουδισμού
大目玉を食らう おおめだまをくらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 δέχομαι αυστηρή επίπληξη
大飯 おおめし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο γεύμα, μεγάλα γεύματα
大兄 たいけい

ουσιαστικό, αντωνυμία

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
  2. 02 εσύ
大連 だいれん

ουσιαστικό

  1. 01 Νταλιέν (πόλη της Κίνας)
大和魂 やまとだましい

ουσιαστικό

  1. 01 γιαματόνταμασί, το ιαπωνικό πνεύμα
大系 たいけい

ουσιαστικό

  1. 01 περίγραμμα, σύνοψη, επισκόπηση
  2. 02 συλλογή, εγχειρίδιο, συμπύκνωμα γνώσης
大躍進 だいやくしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός (αποτυχημένη προσπάθεια εκβιομηχάνισης της Κίνας και αύξησης της αγροτικής παραγωγής· 1958-1960)
  2. 02 σημαντικό επίτευγμα, μεγάλα βήματα προόδου
大略 たいりゃく

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 περίγραμμα, σύνοψη, ουσία
  2. 02 κατά προσέγγιση, γενικά, περίπου
  3. 03 μεγάλη ευφυΐα, εξαιρετική επινοητικότητα
大人買い おとながい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά μεγάλης ποσότητας (ειδικότερα συλλεκτικών ειδών που απευθύνονται σε παιδιά, όπως manga)
大作家 だいさっか

ουσιαστικό

  1. 01 σπουδαίος συγγραφέας, σημαντικός λογοτέχνης
大名行列 だいみょうぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 πομπή νταΐμιο
大命 たいめい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική εντολή, βασιλική διαταγή
大演説 だいえんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 παθιασμένη αγόρευση, πύρινος λόγος