826 αποτελέσματα για «小»

小変 しょうへん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή αλλαγή
小事は大事 しょうじはだいじ

άλλο

  1. 01 οι μικρές αμέλειες μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες καταστροφές
小締まり こじまり

ουσιαστικό

  1. 01 τάση για μικρή ενίσχυση
小鱒 こます

ουσιαστικό

  1. 01 κομασού, μικρή πέστροφα
小売りに卸す こうりにおろす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πουλάω χονδρική σε λιανοπωλητή
小返り こがえり

ουσιαστικό

  1. 01 κεκλιμένο επίπεδο
小花 しょうか

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό λουλούδι, ανθίδιο
  2. 02 ψευδάνθιο
小線源 しょうせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργή μικροπηγή
小陪審 しょうばいしん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό σώμα ενόρκων, τακτικό σώμα ενόρκων
小雨決行 しょううけっこう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διεξάγεται εκτός αν βρέχει καταρρακτωδώς
小鰺刺 こあじさし

ουσιαστικό

  1. 01 κοαζισασί (το επίσημο πουλί της Τσίμπα), μικρό γλαρόνι (sterna albifrons)
小鷹狩 こたかがり

ουσιαστικό

  1. 01 γερακοθήρα (με χρήση μικρών γερακιών ή πετριτών)
小揚げ こあげ

ουσιαστικό

  1. 01 εκφόρτωση φορτηγίδας
  2. 02 μικρά κομμάτια τηγανητού τόφου
  3. 03 φορείο που μετέφερε καλεσμένους από και προς τη συνοικία με τα κόκκινα φανάρια
小手を翳す こてをかざす

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκιάζω τα μάτια μου με το χέρι μου (προστατεύοντας από το φως του ήλιου, κοιτάζοντας σε απόσταση, κ.λπ.)
小蜈蚣 こむかで

ουσιαστικό

  1. 01 σύμφυλο (οποιοδήποτε αρθρόποδο της κλάσης Σύμφυλα που μοιάζει με σαρανταποδαρούσα)
小荷物扱い こにもつあつかい

ουσιαστικό

  1. 01 διεκπεραίωση δεμάτων
小型新聞 こがたしんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ταμπλόιντ, εφημερίδα μικρού σχήματος
小綬鶏 こじゅけい

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική μπαμπού πέρδικα (Bambusicola thoracicus)
小望月 こもちづき

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι της νύχτας πριν από την πανσέληνο, φεγγάρι της δέκατης τέταρτης ημέρας του μήνα (κατά το σεληνιακό ημερολόγιο)
小間物屋を開く こまものやをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξερνώ, κάνω εμετό