941 αποτελέσματα για «無»
無色界 むしきかい
ουσιαστικό
- 01 μουσικικάι, κόσμος χωρίς μορφή, κόσμος απαλλαγμένος από την απληστία ή την ύλη
無法国家 むほうこっか
ουσιαστικό
- 01 παράνομο κράτος, κράτος-παρίας
無い物は無い ないものはない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχουμε
- 02 ανύπαρκτος, μη διαθέσιμος, δεν έχουμε ό,τι δεν διαθέτουμε
無作為抽出 むさくいちゅうしゅつ
ουσιαστικό
- 01 τυχαία δειγματοληψία
無くもがな なくもがな
άλλο, ουσιαστικό
- 01 είναι περιττός, είναι προτιμότερο να λείπει, άχρηστος
無理往生 むりおうじょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αναγκαστική συμμόρφωση, καταναγκασμός, εξαναγκασμός
無線標識 むせんひょうしき
ουσιαστικό
- 01 ραδιοφάρος
無償配布 むしょうはいふ
ουσιαστικό
- 01 δωρεάν διανομή
無知文盲 むちもんもう
ουσιαστικό
- 01 άγνοια και αναλφαβητισμός
無過失責任 むかしつせきにん
ουσιαστικό
- 01 αντικειμενική ευθύνη
無任所 むにんしょ
ουσιαστικό
- 01 χωρίς χαρτοφυλάκιο (για υπουργό της κυβέρνησης κ.λπ.)
無釉 むゆう
ουσιαστικό
- 01 αγλάστωτος (για παράδειγμα, κεραμικά)
無所属候補 むしょぞくこうほ
ουσιαστικό
- 01 ανεξάρτητος υποψήφιος
無理が通れば道理が引っ込む むりがとおればどうりがひっこむ
άλλο, ρήμα
- 01 όπου επιβάλλεται το άδικο, υποχωρεί το δίκαιο
無気力試合 むきりょくじあい
ουσιαστικό
- 01 αγώνας στον οποίο η μία πλευρά υποαποδίδει εσκεμμένα (π.χ. χάνοντας για να αντιμετωπίσει έναν ευνοϊκότερο αντίπαλο στον επόμενο γύρο)
無煙 むえん
ουσιαστικό
- 01 άκαπνος
無汗症 むかんしょう
ουσιαστικό
- 01 αφιδρωσία
無効投票 むこうとうひょう
ουσιαστικό
- 01 άκυρη ψήφος
無けなし なけなし
ουσιαστικό
- 01 ό,τι ελάχιστο διαθέτει κάποιος, μικρή ποσότητα, πενιχρός
無人宇宙船 むじんうちゅうせん
ουσιαστικό
- 01 μη επανδρωμένο διαστημόπλοιο