1588 αποτελέσματα για «一»

一財産 ひとざいさん

ουσιαστικό

  1. 01 περιουσία
一手間 ひとてま

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέον κόπος, επιπλέον φροντίδα, μικρή προσθήκη
一通り揃う ひととおりそろう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαθέτω την πλήρη, γενική ποικιλία, έχω μια πλήρη γκάμα από το Α έως το Ω, διαθέτω όλο το φάσμα
一村 いっそん

ουσιαστικό

  1. 01 χωριό
  2. 02 ολόκληρο το χωριό
一本釣り いっぽんづり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψάρεμα με καλάμι
一見さん いちげんさん

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης που έρχεται για πρώτη φορά, τυχαίος πελάτης, πελάτης χωρίς συστατική επιστολή από τακτικό πελάτη
一家族 ひとかぞく

ουσιαστικό

  1. 01 μία οικογένεια
一雨 ひとあめ

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομη βροχή, ψιχάλα
一日か二日 いちにちかふつか

άλλο

  1. 01 μία ή δύο ημέρες
一幅 ひとはば

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος υφάσματος
一人遊び ひとりあそび

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι μόνος, ατομικό παιχνίδι, ψυχαγωγία του εαυτού μου, παιχνίδι που παίζεται από ένα άτομο (π.χ. πασιέντζα)
一策 いっさく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδέα, σχέδιο
一発かます いっぱつかます

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρίχνω μια γροθιά (σε κάποιον), χτυπώ μια φορά
  2. 02 εκφοβίζω (κάποιον), τρομοκρατώ (κάποιον)
一子相伝 いっしそうでん

ουσιαστικό

  1. 01 μετάδοση των μυστικών μιας τέχνης, τεχνικής, επαγγέλματος ή γνώσης αποκλειστικά από τον πατέρα σε ένα μόνο παιδί
一儲け ひともうけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βγάζω χρήματα, αποκομίζω κέρδος
一挙両得 いっきょりょうとく

ουσιαστικό

  1. 01 με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια, επιτυγχάνω δύο σκοπούς με μία κίνηση
一宿一飯 いっしゅくいっぱん

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρέωση για τη φιλοξενία μιας διανυκτέρευσης και ενός γεύματος
一書 いっしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα γράμμα, ένα βιβλίο
一本化 いっぽんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενοποίηση, συγκεντρωτισμός, ολοκλήρωση, συνένωση, διαμόρφωση κοινής πολιτικής, συγχώνευση
一男 いちなん

ουσιαστικό

  1. 01 αγόρι, πρωτότοκος γιος