260 αποτελέσματα για «事»

事の次第 ことのしだい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκες, περιστάσεις
事務局 じむきょく

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματεία
  2. 02 διοικητικό γραφείο
事を起こす ことをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ προβλήματα, δημιουργώ αναστάτιση
事を運ぶ ことをはこぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προχωρώ, προάγω, φέρω εις πέρας
事とする こととする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφιερώνομαι, ασχολούμαι αποκλειστικά με κάτι, καθιστώ κάτι κύρια απασχόληση
  2. 02 αποφασίζω να
事件性 じけんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εγκληματικός χαρακτήρας, εγκληματική φύση
事故にあう じこにあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι ατύχημα, εμπλέκομαι σε ατύχημα
事の発端 ことのほったん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αφετηρία μιας υπόθεσης, η σπίθα που άναψε το φιτίλι, απαρχή
事実無根 じじつむこん

ουσιαστικό

  1. 01 εντελώς αβάσιμος, πλήρως αντίθετος με την πραγματικότητα
事を構える ことをかまえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω επιθετική στάση, προκαλώ καυγάδες
事実関係 じじつかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 το σύνολο των πραγματικών περιστατικών (μιας υπόθεσης, συμβάντος κ.λπ.)
事変 じへん

ουσιαστικό

  1. 01 ατύχημα, καταστροφή, επεισόδιο, εξέγερση, έκτακτη ανάγκη
事故現場 じこげんば

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος ατυχήματος, σημείο σύγκρουσης, σκηνή ατυχήματος
事を荒立てる ことをあらだてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ φασαρίες, περιπλέκω μια κατάσταση, δημιουργώ αναστάτωση
事務官 じむかん

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητικός υπάλληλος, γραμματέας, επίτροπος
事務長 じむちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής γραφείου, υπεύθυνος διαχείρισης
事無く ことなく

επίρρημα, επίθημα

  1. 01 χωρίς ατύχημα, ομαλά
  2. 02 χωρίς
事務処理 じむしょり

ουσιαστικό

  1. 01 διεκπεραίωση γραφειοκρατικών εργασιών
事前準備 じぜんじゅんび

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτικές προετοιμασίες
事を成す ことをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 προχωρώ τις υποθέσεις, εκτελώ, πράττω