47 αποτελέσματα για «停»
停留措置 ていりゅうそち
ουσιαστικό
- 01 αναγκαστικός περιορισμός (ατόμου που υπάρχει υποψία ότι έχει μολυνθεί κ.λπ.), κράτηση
停止位置 ていしいち
ουσιαστικό
- 01 σημείο στάσης (οχήματος, σε διάβαση πεζών, σε φωτεινό σηματοδότη κ.λπ.)
停止階 ていしかい
ουσιαστικό
- 01 όροφοι στους οποίους σταματά ένας ανελκυστήρας
停止液 ていしえき
ουσιαστικό
- 01 διάλυμα διακοπής, λουτρό διακοπής
停刊 ていかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διακοπή της έκδοσης
停戦交渉 ていせんこうしょう
ουσιαστικό
- 01 διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός
停
- 01 στάση
- 02 σταμάτημα