nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 停
停

Διδάσκεται στην Ε' Δημοτικού| 11 πινελιές | Ρίζα: 人 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 στάση
  2. 02 σταμάτημα

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

テイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

と.める、と.まる

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 停止 σταμάτημα, διακοπή, παύση, ακινησία
  • 停滞 στασιμότητα, μπλοκάρισμα, ακινησία, συμφόρηση, καθυστέρηση, συσσώρευση, αθέτηση πληρωμών
  • 停車 σταμάτημα (τρένου, αυτοκινήτου, κ.λπ.), στάση
  • 停電 διακοπή ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, μπλακάουτ
  • バス停 στάση λεωφορείου
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων