368 αποτελέσματα για «入»
入れ物 いれもの N2
ουσιαστικό
- 01 περιέκτη, θήκη, δοχείο
- 02 φέρετρο, κάσα
入賞 にゅうしょう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κερδίζω βραβείο, καταλαμβάνω θέση (υψηλή, σε διαγωνισμό)
入居 にゅうきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εγκατάσταση (σε κατοικία, διαμέρισμα κ.λπ.), μετακόμιση σε νέο σπίτι
入学試験 にゅうがくしけん
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγικές εξετάσεις
入れ墨 いれずみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τατουάζ (ιδιαίτερα το παραδοσιακό ιαπωνικό), δερματοστιξία
入港 にゅうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάπλου στο λιμάνι, άφιξη στον λιμένα
入用 にゅうよう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ανάγκη, ζήτηση, απαίτηση
- 02 έξοδα, κόστος
入城 にゅうじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσοδος σε κάστρο (ειδικά από κατακτητική δύναμη)
入院患者 にゅういんかんじゃ
ουσιαστικό
- 01 νοσηλευόμενος ασθενής
入道雲 にゅうどうぐも
ουσιαστικό
- 01 σωρειτομελανίας, γιγαντιαίες στήλες νεφών (το καλοκαίρι), κεφαλή καταιγιδοφόρου νέφους
入札 にゅうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλειοδοσία, προσφορά, δημοπρασία
入道 にゅうどう
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγή στον μοναχισμό, ιερέας, μοναχός
- 02 άνθρωπος με ξυρισμένο κεφάλι
- 03 φαλακρό τέρας
入り用 いりよう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ανάγκη, χρεία
- 02 κόστος, έξοδα
入金 にゅうきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 είσπραξη χρημάτων, εισπραχθέντα ποσά, έσοδα
- 02 κατάθεση χρημάτων, κατάθεση, πληρωμή, μερική πληρωμή
入場料 にゅうじょうりょう
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο εισόδου, κόμιστρο εισόδου, αντίτιμο εισόδου, χρέωση εισόδου
入籍 にゅうせき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταχώριση (γάμου κ.ά.) στο οικογενειακό μητρώο (κοσέκι)
入り江 いりえ
ουσιαστικό
- 01 κολπίσκος, όρμος
入浴剤 にゅうよくざい
ουσιαστικό
- 01 άλατα μπάνιου, πρόσθετο για το νερό του λουτρού, σκόνη μπάνιου
入信 にゅうしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσχώρηση σε θρησκεία, ασπασμός πίστης
入居者 にゅうきょしゃ
ουσιαστικό
- 01 ένοικος (κυρίως διαμερίσματος), κάτοικος, φιλοξενούμενος (π.χ. σε οίκο ευγηρίας)