257 αποτελέσματα για «初»

初秋 しょしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμο φθινόπωρο
  2. 02 έβδομος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
初冬 しょとう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αρχή του χειμώνα
  2. 02 δέκατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
初速 しょそく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική ταχύτητα
初出 しょしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρώτη εμφάνιση
初期設定 しょきせってい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προεπιλεγμένες ρυθμίσεις, αρχικές ρυθμίσεις, αρχική διαμόρφωση
  2. 02 αρχικοποίηση
初登場 はつとうじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ντεμπούτο, πρώτη εμφάνιση
初期段階 しょきだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό στάδιο
初音 はつね

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο κελάηδημα που ακούγεται κατά τη διάρκεια της Πρωτοχρονιάς
初歩の初歩 しょほのしょほ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τα απολύτως στοιχειώδη, οι πρώτες βάσεις
初潮 しょちょう

ουσιαστικό

  1. 01 εμμηναρχή, πρώτη έμμηνος ρύση
初出場 はつしゅつじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρωτοεμφανιζόμενος, πρώτη παρουσία
初顔合わせ はつかおあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη γνωριμία
  2. 02 πρώτη αναμέτρηση μεταξύ
初孫 ういまご

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο εγγόνι
初日の出 はつひので

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη ανατολή του χρόνου, ανατολή την Πρωτοχρονιά
初段 しょだん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος βαθμός στην ανώτερη κατηγορία (στις πολεμικές τέχνες, στο γκό, κ.λπ.), χαμηλότερος βαθμός, ένα νταν
初年 しょねん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρώτο έτος, πρώιμα χρόνια (μιας περιόδου ή μιας βασιλείας)
初挑戦 はつちょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη πρόκληση, πρώτη προσπάθεια
初物 はつもの

ουσιαστικό

  1. 01 τα πρώτα της εποχής, η φετινή σοδειά
  2. 02 παρθένος, αθικτος
初優勝 はつゆうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη κατάκτηση πρωταθλήματος (ειδικότερα στο σούμο)
初年度 しょねんど

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο έτος, αρχικό έτος