114 αποτελέσματα για «勝»

勝ち戦 かちいくさ

ουσιαστικό

  1. 01 κερδισμένη μάχη, νίκη, νικηφόρα μάχη
勝因 しょういん

ουσιαστικό

  1. 01 αιτία της νίκης, λόγος για την επιτυχία κάποιου
勝ち星 かちぼし

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι νίκης, ένδειξη νίκης
勝負師 しょうぶし

ουσιαστικό

  1. 01 τζογαδόρος
  2. 02 ριψοκίνδυνος
勝るとも劣らぬ まさるともおとらぬ

άλλο

  1. 01 σε καμία περίπτωση κατώτερος από, συγκρίνεται ευνοϊκά με, να είναι ακόμα καλύτερος από, να συναγωνίζεται, να υπερέχει
勝手にしやがれ かってにしやがれ

ουσιαστικό

  1. 01 με κομμένη την ανάσα (ταινία του 1960), άχνα δεν βγάζω
勝ち越し かちこし

ουσιαστικό

  1. 01 έχω περισσότερες νίκες από ήττες
  2. 02 παίρνω το προβάδισμα (σε πόντους, γκολ, κ.λπ.)
勝訴 しょうそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νίκη σε δικαστική υπόθεση, δικαστική νίκη
勝ち抜き戦 かちぬきせん

ουσιαστικό

  1. 01 τουρνουά, πρωτάθλημα νοκ-άουτ
勝ち馬に乗る かちうまにのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τάσσομαι με το μέρος του νικητή, εκμεταλλεύομαι την επιτυχία κάποιου άλλου για δικό μου όφελος, ακολουθώ το ρεύμα της εποχής
勝ち名乗り かちなのり

ουσιαστικό

  1. 01 ανακήρυξη νικητή σε αγώνα
勝山 かつやま

ουσιαστικό

  1. 01 κατσουγιάμα, γυναικείο χτένισμα της περιόδου Έντο που έγινε δημοφιλές από μια ιερόδουλη της Γιοσιβάρα με το όνομα Κατσουγιάμα
勝負は時の運 しょうぶはときのうん

άλλο

  1. 01 η νίκη εξαρτάται από το παιχνίδι της τύχης, το αποτέλεσμα της νίκης και της ήττας οφείλεται στην τύχη
勝手元 かってもと

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος της κουζίνας, οικογενειακή κατάσταση
勝負パンツ しょうぶパンツ

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό εσώρουχο (ειδικά γυναικείο), που προορίζεται για ειδικά ραντεβού
勝ち馬 かちうま

ουσιαστικό

  1. 01 νικηφόρο άλογο, νικητής
勝手放題 かってほうだい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κατά βούληση, κάνοντας ό,τι θέλει, όπως ακριβώς επιθυμεί
勝ち残り かちのこり

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιστής που παραμένει δίπλα στο ρινγκ σε περίπτωση που χρειαστεί η συμμετοχή του στα τελετουργικά πριν από τον αγώνα
勝どき かちどき

ουσιαστικό

  1. 01 ιαχή νίκης, θριαμβευτική κραυγή
勝手次第 かってしだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ενεργώ κατά βούληση, δρω σύμφωνα με τις ορέξεις μου