66 αποτελέσματα για «勤»

勤務場所 きんむばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας, τόπος εργασίας
勤倹貯蓄 きんけんちょちく

ουσιαστικό

  1. 01 φειδώ και αποταμίευση
勤務実績 きんむじっせき

ουσιαστικό

  1. 01 αρχείο υπηρεσίας
勤惰 きんだ

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικότητα και οκνηρία, παρουσία και απουσία (στην εργασία)
勤め振り つとめぶり

ουσιαστικό

  1. 01 επιμέλεια, ευσυνειδησία
  2. 02 συμπεριφορά, τρόπος εργασίας
勤め奉公 つとめぼうこう

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητεία
勤め働く つとめはたらく

ρήμα

  1. 01 εργάζομαι επιμελώς
勤労青少年 きんろうせいしょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος νέος
勤め盛り つとめざかり

ουσιαστικό

  1. 01 η ακμή της σταδιοδρομίας
勤倹力行 きんけんりっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργάζομαι σκληρά και εξασκώ τη λιτότητα
勤め気 つとめぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μισθοφορικό πνεύμα
勤学 きんがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπουδή παράλληλα με την εργασία
勤求 ごんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνώ επιμελώς τον δρόμο του Βούδα
勤まらない つとまらない

επίθετο

  1. 01 ακατάλληλος για, ανίκανος για
勤め行なう つとめおこなう

ρήμα

  1. 01 διεκπεραιώνω (εργασία), επιτελώ
勤苦 きんく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιαστική εργασία και κακουχία
勤務地手当 きんむちてあて

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα περιοχής, περιφερειακό επίδομα κόστους διαβίωσης
勤務年限 きんむねんげん

ουσιαστικό

  1. 01 διάρκεια υπηρεσίας
勤恪 きんかく

ουσιαστικό

  1. 01 πιστή υπηρεσία, ευσυνείδητη εργασία
勤労者財産形成促進 きんろうしゃざいさんけいせいそくしん

ουσιαστικό

  1. 01 συσσώρευση περιουσιακών στοιχείων (εργαζομένων)