つとはたら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εργάζομαι επιμελώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
勤め働く
Παρόν (ευγενικό)
勤め働きます
Άρνηση (απλή)
勤め働かない
Άρνηση (ευγενική)
勤め働きません
Παρελθόν (απλό)
勤め働いた
Παρελθόν (ευγενικό)
勤め働きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勤め働かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勤め働きませんでした
Τε-μορφή
勤め働いて
Δυνητική
勤め働ける
Προστακτική
勤め働け
Βουλητική
勤め働こう
Υποθετική (ば)
勤め働けば