87 αποτελέσματα για «危»

危険極まる きけんきわまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι εξαιρετικά επικίνδυνος
危険地域 きけんちいき

ουσιαστικό

  1. 01 κρίσιμο τμήμα
危急存亡 ききゅうそんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα ζωής και θανάτου, κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή κρίση όπου απειλείται η επιβίωση
危険領域 きけんりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 κρίσιμη περιοχή, τομέας
危険回避 きけんかいひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστροφή κινδύνου, αντιστάθμιση κινδύνου, αποφυγή κινδύνου
危険運転 きけんうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 επικίνδυνη οδήγηση, απερίσκεπτη οδήγηση
危機対応 ききたいおう

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση κρίσεων, αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης
危殆 きたい

ουσιαστικό

  1. 01 κίνδυνος, διακινδύνευση, δυσχέρεια
危なかしい あぶなかしい

επίθετο

  1. 01 επικίνδυνος, κρίσιμος, σοβαρός, αβέβαιος, αναξιόπιστος, αμφίβολος, ασταθής, οριακός, παρά τρίχα
危懼 きく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανησυχία, δισταγμός, ανασφάλεια, φόβος, άγχος
危局 ききょく

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση
危機管理室 ききかんりしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα διαχείρισης κρίσεων, γραφείο διαχείρισης κρίσεων
危険率 きけんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος κινδύνου, ποσοστό κινδύνου, ρυθμός επικινδυνότητας
  2. 02 επίπεδο σημαντικότητας
危急存亡の秋 ききゅうそんぼうのとき

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση, κρίσιμη στιγμή, κρίσιμη περίοδος
危険防止 きけんぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόληψη κινδύνου
危険情報 きけんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορίες σχετικά με κάποιον κίνδυνο, προειδοποίηση κινδύνου, πληροφορίες κινδύνου
危険な関係 きけんなかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 Επικίνδυνες σχέσεις (μυθιστόρημα, ταινία), Επικίνδυνες σχέσεις
危殆に瀕する きたいにひんする

ρήμα, άλλο

  1. 01 αντιμετωπίζω κίνδυνο, περιέρχομαι σε κρίση
危機神学 ききしんがく

ουσιαστικό

  1. 01 θεολογία της κρίσης
危道 きどう

ουσιαστικό

  1. 01 επικίνδυνος δρόμος