88 αποτελέσματα για «吹»
吹き替え ふきかえ
ουσιαστικό
- 01 μεταγλώττιση (ταινίας, κ.λπ. σε άλλη γλώσσα)
- 02 αντικαταστάτης (ηθοποιός), κασκαντέρ
- 03 αναδιανομή ρόλων, επανακοπή (νομίσματος)
吹き出物 ふきでもの
ουσιαστικό
- 01 εξάνθημα, δερματικό εξάνθημα, σπυράκι, κηλίδα, ακμή, δοθιήνας
吹き流し ふきながし
ουσιαστικό
- 01 διακοσμητική ταινία αποτελούμενη από πολλές μακριές λωρίδες υφάσματος προσαρτημένες σε κυκλικό πλαίσιο
- 02 ανεμοδείκτης (τύπου κάλτσας)
吹奏 すいそう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παίξιμο πνευστού οργάνου, φύσημα
吹き返す ふきかえす
ρήμα
- 01 πνέω προς την αντίθετη κατεύθυνση, αναζωογονούμαι
吹きっさらし ふきっさらし
ουσιαστικό
- 01 εκτεθειμένος στον άνεμο, ανεμοδαρμένος
吹き替える ふきかえる
ρήμα
- 01 μεταγλωττίζω
- 02 επανακόβω νόμισμα
吹き荒む ふきすさむ
ρήμα
- 01 φυσώ με ορμή, λυσσομανώ
吹き降り ふきぶり
ουσιαστικό
- 01 δυνατή βροχή που παρασύρεται από τον άνεμο, καταιγίδα, άνεμος και βροχή
吹き込み ふきこみ
ουσιαστικό
- 01 φύσημα προς τα μέσα
- 02 ηχογράφηση
吹き倒す ふきたおす
ρήμα
- 01 ρίχνω κάτω με δυνατό άνεμο, ανατρέπω με τον άνεμο
吹部 すいぶ
ουσιαστικό
- 01 σχολική μπάντα πνευστών, σύνολο πνευστών
吹き出し口 ふきだしぐち
ουσιαστικό
- 01 ακροφύσιο, στόμιο εκτόξευσης
吹き通す ふきとおす
ρήμα
- 01 φυσώ διαπεραστικά, φυσώ ακατάπαυστα
吹き送る ふきおくる
ρήμα
- 01 μεταφέρω με τον άνεμο, παρασύρω με πνοή
吹き止む ふきやむ
ρήμα
- 01 σταματώ να φυσώ (για τον άνεμο), κοπάζω, καταλαγιάζω, εξασθενώ
吹奏楽団 すいそうがくだん
ουσιαστικό
- 01 μπάντα πνευστών, φιλαρμονική ορχήστρα
吹鳴 すいめい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφύριγμα (σφυρίχτρας)
吹き募る ふきつのる
ρήμα
- 01 φυσώ όλο και πιο δυνατά
吹奏楽器 すいそうがっき
ουσιαστικό
- 01 πνευστό όργανο