84 αποτελέσματα για «味»

味噌っかす みそっかす

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα μίσο, κατακάθια μίσο
  2. 02 άχρηστο πράγμα, ανάξιος λόγου
  3. 03 παιδί που μένει έξω από παιχνίδια, παιδί που υποτιμάται, παιδί που αντιμετωπίζεται άνισα από τους συνομηλίκους του
味噌ダレ みそダレ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα με βάση τη μίσο, σάλτσα μίσο
味読 みどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση με εκτίμηση, απόλαυση (ενός βιβλίου), ευχαρίστηση
味噌和え みそあえ

ουσιαστικό

  1. 01 σαλάτα (ή ψάρι κ.λπ.) καρυκευμένη με μίσο
味噌玉 みそだま

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα μίσου (σφαιρικό μείγμα πάστας μίσου, αποξηραμένων λαχανικών και ζωμού που χρησιμοποιείται για την άμεση παρασκευή σούπας)
味噌樽 みそだる

ουσιαστικό

  1. 01 βαρέλι για μίσο
味噌おでん みそおでん

ουσιαστικό

  1. 01 όντεν που παρασκευάζεται με χάτσο μίσο
味得 みとく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης εκτίμηση και απόλαυση (π.χ. ενός έργου τέχνης)
味塩 あじしお

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα αλατιού και γλουταμινικού μονονάτριου
味わい知る あじわいしる

ρήμα

  1. 01 δοκιμάζω και μαθαίνω
味噌すり みそすり

ουσιαστικό

  1. 01 άλεσμα μίσο
  2. 02 κολακεία, κόλακας
  3. 03 μοναχός
味付け玉子 あじつけたまご

ουσιαστικό

  1. 01 αυγό μελάτο μαριναρισμένο σε σόγια και μίριν (συνήθως γαρνιτούρα σε ράμεν)
味到 みとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτιμώ πλήρως (π.χ. ένα έργο τέχνης)
味噌餡 みそあん

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκιά πάστα από λευκά φασόλια και μίσο
味噌も糞も一緒 みそもくそもいっしょ

άλλο

  1. 01 η έλλειψη διάκρισης μεταξύ καλού και κακού, το να θεωρείς τα πάντα ίδια χωρίς κριτική (κυριολεκτικά: η πάστα μίσο και τα κόπρανα είναι το ίδιο)
味噌っ歯 みそっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 τερηδονισμένο νεογιλό δόντι
味噌糞 みそくそ

επίθετο

  1. 01 δριμέως (για κριτική, απαξίωση κ.λπ.), τρομερά, σκληρά, καυστικά
  2. 02 ανίκανος να διακρίνει το καλό από το κακό, αντιμετωπίζονται το ίδιο (πολύτιμα και άχρηστα πράγματα)
味噌豆 みそまめ

ουσιαστικό

  1. 01 σόγια
  2. 02 σόγια βρασμένη μέχρι να μαλακώσει για την παρασκευή μίσο
味のり あじのり

ουσιαστικό

  1. 01 καρυκευμένο φύκι νόρι
味気ある あじきある

άλλο

  1. 01 ενδιαφέρων, ουσιαστικός