85 αποτελέσματα για «図»
図書館員 としょかんいん
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθηκονόμος, υπάλληλος βιβλιοθήκης
図譜 ずふ
ουσιαστικό
- 01 εικονογραφημένο βιβλίο αναφοράς, εικονογραφημένος κατάλογος
図書館カード としょかんカード
ουσιαστικό
- 01 κάρτα δανειστικής βιβλιοθήκης
図工室 ずこうしつ
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα καλλιτεχνικών και χειροτεχνίας
図書係 としょがかり
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθηκάριος, υπεύθυνος βιβλιοθήκης
図書目録 としょもくろく
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος βιβλίων, βιβλιογραφικός κατάλογος, δελτιοθήκη
図法 ずほう
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, σχεδιογραφία, σχεδιαστική ικανότητα, προβολή
図案家 ずあんか
ουσιαστικό
- 01 σχεδιαστής
図取り ずどり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχεδίαση, κατάρτιση σχεδίου, προσχέδιο
図書館学 としょかんがく
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθηκονομία
図像学 ずぞうがく
ουσιαστικό
- 01 εικονογραφία
図書館ネットワーク としょかんネットワーク
ουσιαστικό
- 01 δίκτυο βιβλιοθηκών
図書費 としょひ
ουσιαστικό
- 01 προϋπολογισμός για βιβλία
図がない ずがない
άλλο, επίθετο
- 01 αδιανόητος, εξαιρετικός, παράλογος, αδύνατος
図化 ずか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποτύπωση (χαρτών), χαρτογράφηση, κατάρτιση
図星に当たる ずぼしにあたる
άλλο, ρήμα
- 01 πετυχαίνω διάνα, χτυπώ στο μαλακό υπογάστριο
図学 ずがく
ουσιαστικό
- 01 γραφικά, γραφιστική
図南 となん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο εγχείρημα που επιχειρείται σε μακρινή χώρα
図形エディタ ずけいエディタ
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας
図形記号 ずけいきごう
ουσιαστικό
- 01 γραφικό σύμβολο