55 αποτελέσματα για «塗»

塗擦 とさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εντριβή αλοιφής στο δέρμα
塗り師 ぬりし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης λάκας, τεχνίτης βερνικιού, καλλιτέχνης λάκας
塗りつぶし ぬりつぶし

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη, σβήσιμο
  2. 02 γέμισμα (στα γραφικά υπολογιστών)
塗工紙 とこうし

ουσιαστικό

  1. 01 επιστρωμένο χαρτί
塗擦剤 とさつざい

ουσιαστικό

  1. 01 εντριβή, αλοιφή, επαλειπτικό
塗り刷毛 ぬりばけ

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλο, πινέλο λάκας, πινέλο ζαχαροπλαστικής, πινέλο επάλειψης
塗被紙 とひし

ουσιαστικό

  1. 01 επιστρωμένο χαρτί
塗り足し ぬりたし

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο εκτύπωσης
塗装業者 とそうぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαιοχρωματιστής (επάγγελμα)
塗りムラ ぬりむら

ουσιαστικό

  1. 01 ανομοιομορφία (κατά την εφαρμογή χρώματος ή επικάλυψης)
塗り重ねる ぬりかさねる

ρήμα

  1. 01 περνώ με διαδοχικές στρώσεις χρώματος, επικαλύπτω, αλείφω επάλληλες στρώσεις
塗香 ずこう

ουσιαστικό

  1. 01 τριβή θυμιάματος στο σώμα ενός ανθρώπου ή σε άγαλμα του Βούδα (ως τελετουργικό καθαρμού), άλειμμα με θυμίαμα
塗仏 ぬりぼとけ

ουσιαστικό

  1. 01 νουριμποτόκε, τέρας που μοιάζει με πτώμα με κρεμαστά βολβοί ματιών
塗り消す ぬりけす

ρήμα

  1. 01 βάφω από πάνω, καλύπτω με μπογιά
  1. 01 βάφω
  2. 02 σοβατίζω, επιχρίω
  3. 03 αλείφω, επιχρίω
  4. 04 αλείφω, μουτζουρώνω
  5. 05 επικάλυψη, επίστρωση