nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 塗
塗

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 13 πινελιές | Ρίζα: 土 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 βάφω
  2. 02 σοβατίζω, επιχρίω
  3. 03 αλείφω, επιχρίω
  4. 04 αλείφω, μουτζουρώνω
  5. 05 επικάλυψη, επίστρωση

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ト

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ぬ.る、ぬ.り、まみ.れる

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 塗る βάφω, απλώνω, αλείφω, σοβατίζω, εφαρμόζω (π.χ. κρέμα, λοσιόν), λουστράρω, βερνικώνω, κολλάω (π.χ. ταπετσαρία)
  • 塗る καλύπτω (με κάτι), αλείφω, πασπαλίζω
  • 塗りつぶす βάφω από πάνω, καλύπτω βάφοντας, γεμίζω, καλύπτω πλήρως (με χρώμα)
  • 塗れる αλείφομαι, λερώνομαι
  • 塗り替える ξαναβάφω, βάφω πάλι, βάφω σε διαφορετικό χρώμα
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων