49 αποτελέσματα για «墨»
墨流蝶 すみながし
ουσιαστικό
- 01 ασιατικός κοντόσταυλος (είδος πεταλούδας, Dichorragia nesimachus)
墨付け正月 すみつけしょうがつ
ουσιαστικό
- 01 έθιμο κατά το οποίο οι νέοι και οι νέες βάφουν τα μάγουλα ο ένας του άλλου με μαύρη μελάνη ή αιθάλη κατά τη διάρκεια του Κοσογκάτσου (στην περιοχή Σαν'ίν)
墨は餓鬼に磨らせ、筆は鬼に持たせよ すみはがきにすらせ、ふではおににもたせよ
άλλο
- 01 τρίβε το μελάνι σου απαλά αλλά κίνησε το πινέλο σου με ζωντάνια, άσε τον πεινασμένο δαίμονα (γκάκι) να τρίψει το μελάνι σου, άσε τον δαίμονα (όνι) να κρατήσει το πινέλο σου
墨譜 ぼくふ
ουσιαστικό
- 01 σημάδια τονισμού και διάρκειας (για τη συνοδεία βουδιστικού λειτουργικού άσματος κ.λπ.)
墨ベタ すみベタ
ουσιαστικό
- 01 τυπικό μαύρο (στην εκτύπωση), σκέτο μαύρο, επίπεδο μαύρο, μαύρο K100
墨に染まれば黒くなる すみにそまればくろくなる
άλλο, ρήμα
- 01 το περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο, όποιος συναναστρέφεται σοφούς γίνεται σοφός, όποιος συναναστρέφεται ανόητους μπλέκει σε μπελάδες, ό,τι βάφεται με μελάνι γίνεται μαύρο
墨継ぎ すみつぎ
ουσιαστικό
- 01 συνέχιση της γραφής μετά την προσθήκη μελανιού στο πινέλο
墨液 ぼくえき
ουσιαστικό
- 01 ινδική μελάνη, σινική μελάνη
墨
- 01 μαύρο μελάνι
- 02 σινική μελάνη
- 03 ράβδος μελάνης
- 04 Μεξικό