203 αποτελέσματα για «太»

太極拳 たいきょくけん

ουσιαστικό

  1. 01 τάι τσι τσουάν, πολεμική τέχνη της υπέρτατης γροθιάς
太陽電池 たいようでんち

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακό κυψέλη
太平洋艦隊 たいへいようかんたい

ουσιαστικό

  1. 01 στόλος Ειρηνικού
太陽風 たいようふう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακός άνεμος
太陽エネルギー たいようエネルギー

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακή ενέργεια
太政官 だじょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο κρατικό συμβούλιο (1868-1885)
  2. 02 υπουργείο κρατικών υποθέσεων (υπό το σύστημα ριτσουριό)
太陰 たいいん

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι
  2. 02 το μεγάλο γιν (στο γιν-γιανγκ)
太い眉毛 ふといまゆげ

ουσιαστικό

  1. 01 παχιές φρύδια
太陽暦 たいようれき

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακό ημερολόγιο
太陽熱 たいようねつ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακή θερμότητα
太陽フレア たいようフレア

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακή έκλαμψη
太刀さばき たちさばき

ουσιαστικό

  1. 01 χειρισμός σπαθιού, ξιφασκία
太極図 たいきょくず

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊτζιτού, σύμβολο των κοσμικών δυνάμεων, σύμβολο του γιν-γιανγκ
太夫元 たゆうもと

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής θεατρικού θιάσου
太刀魚 たちうお

ουσιαστικό

  1. 01 τραχύουρος, ψάρι-ζώνη
太刀打ちできる たちうちできる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μπορώ να ανταπεξέλθω, έχω πιθανότητες επιτυχίας απέναντι σε κάποιον, μπορώ να ανταγωνιστώ, μπορώ να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων
太物 ふともの

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρό ύφασμα (π.χ. βαμβακερό, λινό κ.ά., σε αντίθεση με το μετάξι), ύφασμα
太平洋岸 たいへいようがん

ουσιαστικό

  1. 01 ακτές του Ειρηνικού
太陰暦 たいいんれき

ουσιαστικό

  1. 01 σεληνοηλιακό ημερολόγιο, σεληνιακό ημερολόγιο
太刀先 たちさき

ουσιαστικό

  1. 01 μύτη του σπαθιού (τατισάκι), έντονη αντιπαράθεση